Νομολογία PDF Εκτύπωση E-mail
Ευρετήριο Άρθρων
Νομολογία
Page 2
Page 3
Page 4
Page 5
Όλες οι σελίδες

 

Πλειστηριασμός ακινήτου. Μείωση τιμής πρώτης προσφοράς.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ  1372/2004

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Όταν κατά τον δεύτερο πλειστηριασμό, που προβλέπεται από την παρ. 2 του άρθρου 966 ΚΠολΔ, δεν γίνει κατακύρωση το αρμόδιο Δικαστήριο κατόπιν αίτησης αυτού που έχει έννομο συμφέρον, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, δύναται διαζευκτικά, είτε να διατάξει τη διενέργεια νέου πλειστηριασμού εντός τριάντα ημερών με την ίδια ή με κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς, είτε να επιτρέψει εντός της ίδιας προθεσμίας την υπό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ελεύθερη εκποίηση του ακινήτου.

Όταν και ο νέος (τρίτος) πλειστηριασμός αποβεί χωρίς αποτέλεσμα, ή δεν επιτεύχθηκε η ελεύθερη εκποίηση, το ως άνω Δικαστήριο μπορεί, είτε να άρει την κατάσχεση, είτε να διατάξει να γίνει αργότερα νέος πλειστηριασμός με την ίδια ή κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς.

Ως τιμή πρώτης προσφοράς νοείται όχι εκείνη που ορίστηκε με την περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, αλλά η τιμή πρώτης προσφοράς του προηγουμένου πλειστηριασμού.


ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΙΣΗΣ  1372/2004

Απόσπασμα……..Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 966 παρ. 3 και 4 και 1003 παρ. 4 ΚΠολΔ, όταν κατά το δεύτερο πλειστηριασμό που προβλέπεται από την παραγρ. 2 του άρθρου 966 ΚΠολΔ δεν γίνει κατακύρωση το αρμόδιο Δικαστήριο κατόπιν αιτήσεως αυτού που έχει έννομο συμφέρον, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. του ΚΠολΔ δύναται διαζευκτικά, είτε να διατάξει τη διενέργεια νέου πλειστηριασμού εντός τριάντα ημερών με την ίδια ή με κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς, είτε να επιτρέψει εντός της ίδιας προθεσμίας την υπό του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ελεύθερη εκποίηση του ακινήτου, και σε περίπτωση που και ο νέος (τρίτος) πλειστηριασμός απέβη χωρίς αποτέλεσμα ή δεν επιτεύχθηκε η ελεύθερη εκποίηση, το ως άνω Δικαστήριο μπορεί είτε να άρει την κατάσχεση, είτε να διατάξει να γίνει αργότερα νέος πλειστηριασμός με την ίδια ή κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς (βλ. Μπρίνια Αναγκ. εκτέλεση τόμος β άρθρο 966 παρ. 365 σελ. 934 επ. και τόμος δ άρθρο 1003 παρ. 568 σελ. 1788 επ, Β. Βαθρακοκοίλης άρθρο 966 ΚΠολΔ αριθμ. 8). Ως τιμή πρώτης προσφοράς νοείται όχι εκείνη που ορίστηκε με το αρχικό πρόγραμμα του πλειστηριασμού (ήδη περιληψη κατασχετήριας έκθεσης) αλλά η τιμή πρώτης προσφοράς που ορίστηκε αργότερα, είτε με την κατ` άρθρο 961 ΚΠολΔ παρέμβαση του δικαστηρίου, είτε με την τυχόν μείωση αυτής από το δικαστήριο κατ` άρθρο 966 παρ. 3 δηλαδή με αφετηρία την τιμή πρώτης προσφοράς του προηγουμένου πλειστηριασμού (Β. Βαθρακοκοίλης άρθρο 966 ΚΠολΔ αριθμ. 8). Στην προκειμένη περίπτωση η αιτούσα με την υπό κρίση αίτηση της, επικαλούμενη έννομο συμφέρον ζητεί να επιτραπεί από το δικαστήριο μέσα στην προθεσμία των 30 ημερών να ορισθεί νέος πλειστηριασμός του ακινήτου (γηπέδου), των κτιριακών εγκαταστάσεων, μετά των επ` αυτών εμπεπηγμένων μηχανημάτων όπως αυτά περιγράφονται αναλυτικά στην αίτηση της πρώτης των καθ ών, σε βάρος των οποίων επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση, με κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς την αναφερόμενη στην αίτηση για το καθένα των ανωτέρω, γιατί οι προηγούμενοι δύο πλειστηριασμοί με τη τιμή που είχε ορισθεί δυνάμει της υπ αριθμό 1484/2003 αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού ματαιώθηκαν, λόγω μη εμφανίσεως πλειοδοτών. Η υπόθεση ανήκει στην υλική και τοπική αρμοδιότητα του δικαστηρίου αυτού και εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ (933 ΚΠολΔ). Η αίτηση είναι νόμιμη και στηρίζεται στα άρθρα 933, 966 παρ. 3, 999 ΚΠολΔ. και πρέπει να ακολουθήσει η ουσιαστική της έρευνα. Από την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρα του β των καθ ων….. την κατάθεση του……..(μάρτυρα της αιτούσας) που περιέχεται στην υπ αριθμ………ένορκη βεβαίωση του Ειρηνοδίκη …..αν και έγινε χωρίς κλήτευση των διαδίκων (ΑΠ 739/1988 ΕΕΝ 1989/384), τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Δυνάμει της υπ` αριθμ……έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή……κατασχέθηκε αναγκαστικά με επίσπευση της αιτούσας ένα ακίνητο της πρώτης των καθ ων με τα επάνω σ` αυτό υφιστάμενα κτίσματα καθώς και τα κινητά (μηχανήματα) που είναι εμπεπηγμένα στο έδαφος όπως λεπτομερώς περιγράφονται στην ανωτέρω έκθεση. Με την αρχική κατασχετήρια έκθεση τα ανωτέρω εκτιμήθηκαν στο ποσό των 480.724 ευρώ συνολικά, από τα οποία το γήπεδο στο ποσό των 55.024 ευρώ, τα κτίρια στο ποσό των 359.100 ευρώ και τα μηχανήματα στο ποσό των 66.660 ευρώ.  Με την υπ αριθμ. ……/2003 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου διορθώθηκε η έκθεση ως προς την τιμή του ακινήτου και ορίστηκε η αξία αυτού α) του γηπέδου στο ποσό των 74.024 ευρώ β) των κτιριακών εγκαταστάσεων στο ποσό των 380.000 ευρώ και γ) των μηχανημάτων στο ποσό των 66.600 ευρώ, η δε τιμή πρώτης προσφοράς ορίσθηκε στο μισό των ανωτέρω ποσών. Ο πλειστηριασμός όμως ματαιώθηκε δύο φορές την 12.3.2003 και την 16.4.2003 λόγω μη προσελεύσεως πλειοδοτών. Για το λόγο αυτό με την …….απόφαση του δικαστηρίου τούτου επιτράπηκε η διενέργεια νέου πλειστηριασμού εντός τριάντα ημερών με τιμή πρώτης προσφοράς α) για το γήπεδο το ποσό των 24.676,66 ευρώ, β) για τις κτιριακες εγκαταστασεις το ποσο των 126.666,66 ευρώ και γ) για τα μηχανήματα το ποσό των 22.000 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω κατά τον διενεργηθέντα στις 2.7.2003 πλειστηριασμό ανεδείχθη υπερθεματιστής ο δεύτερος των καθών και συνετάγη η υπ αριθμ……..2003 έκθεση πλειστηριασμού και κατακυρωτικής έκθεσης του συμβολαιογράφου επί του πλειστηριασμού ………πλην όμως ο αναδειχθείς ως άνω υπερθεματιστής, καίτοι εκλήθη δεν κατέβαλε το εκπλειστηρίασμα με συνέπεια να εκδοθεί η υπ αριθμ. …….2003 πράξη αναπλειστηριασμού της ως άνω περιουσίας της α των καθ ων, με τις προαναφερόμενες τιμές πρώτης προσφοράς. Ο αναπλειστηριασμός όμως ματαιώθηκε δύο φορές την 17.12.2003 και 25.2.2004 λόγω μη προσελεύσεως υπερθεματιστών. Η μη προσέλευση πλειοδοτών πιθανολογείται ότι δεν οφείλεται στην υψηλή τιμή της πρώτης προσφοράς των εκπλειστηριαζομένων, όπως ισχυρίζεται η αιτούσα, αφού στην πραγματικότητα είναι πολύ μεγαλύτερη, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας του δεύτερου των καθ ων, αλλά στο γεγονός ότι ο τελευταίος έχει ασκήσει και εκκρεμούν ανακοπές κατά της πράξεως του πλειστηριασμού και του αναπλειστηριασμού. Η άποψη αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι εκτός του ότι με τις αυτές τιμές ο δεύτερος των καθών ανεδείχθη υπερθεματιστής, αλλά όπως βεβαιώνει και ο επί του πλειστηριασμού συμβολαιογράφος..….στην με αριθμό ……2003 έκθεση δημοσίου αναπλειστηριασμού, σελίδα 16, ότι κατά το γενόμενο στις 17.12.2003 αναπλειστηριασμό υπήρξαν παριστάμενοι που ενδιαφέροντο να πλειοδοτήσουν και τους οποίους, εντέλοντας τον δικαστικό επιμελητή, τους ενημέρωσε κατόπιν εμφανίσεως του β των καθων, και ενημέρωσης του από αυτόν, ότι έχουν ασκηθεί ανακοπές κατά του πλειστηριασμού και του αναπλειστηριασμού από τον ως άνω υπερθεματιστή και τον σύνδικο της πτωχεύσεως και εκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων. Αλλά και στις …...2004 εμφανίστηκε ενδιαφερόμενος ο…….ο οποίος όμως δεν πλειοδότησε, διότι περίμενε να προσφερθεί η τιμή πρώτης προσφοράς από την επισπεύδουσα τράπεζα ή από άλλο πρόσωπο (βλ. την……2004 ένορκη κατάθεση) που σημαίνει ότι αποδεχόταν τις τιμές πρώτης προσφοράς. Ο ισχυρισμός του β των καθ ων ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 966 παρ. 3, αφού ο δεύτερος πλειστηριασμός δεν έγινε εντός σαράντα ημερών όπως ορίζει το άρθρο 966 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως προεχόντως αόριστος αφού δεν επικαλείται βλάβη του β των καθων (ΑΠ 1460/1995 Δ/νη 1997. 1548). Ενόψει των ανωτέρω κάνοντας δεκτή την αίτηση (Ι. Μπρίνια εκδ. β, άρθρο 1003 ΚΠολΔ, αριθμ. 568 γ) πρέπει να επιτραπεί η διενέργεια νέου πλειστηριασμού εντός τριάντα ημερών από την κατάθεση της παρούσας στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο αλλά με τις ίδιες ως άνω τιμές πρώτης προσφοράς ήτοι α) για το γήπεδο 24.676,66 ευρώ, β) για τις κτιριακές εγκαταστάσεις 126.666,66 ευρώ και γ) για τα μηχανήματα 21.200 ευρώ...


Μείωση τιμής πρώτης προσφοράς ακινήτου μετά από δύο άκαρπους πλειστηριασμούς.


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΕΡΡΩΝ 476/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 966 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν κατά το δεύτερο πλειστηριασμό δεν γίνει κατακύρωση, είτε βάσει του άρθρου 965 παρ. 2, είτε βάσει του άρθρου 966 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, τότε το αρμόδιο κατ` άρθρο 933 Δικαστήριο, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, μετά από αίτηση οποιουδήποτε που δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει διαζευκτικά, είτε τη διενέργεια νέου (τρίτου) πλειστηριασμού, είτε να επιτρέψει την ελεύθερη εκποίηση του πράγματος.

Η τιμή της πρώτης προσφοράς μπορεί να είναι η ίδια, δηλαδή του δεύτερου πλειστηριασμού ή κατώτερη, η οποία ορίζεται από το Δικαστήριο, στην ευχέρεια του οποίου απόκειται, με βάση της περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, να ορίσει την ίδια ή κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς, εν όψει της αδυναμίας κατακύρωσης, με την προοπτική της πλειστηρίασης και κατακύρωσης του πράγματος.

Πέρα από τη δυνατότητα μείωσης της τιμής της πρώτης προσφοράς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να μεταβάλει άλλους όρους του πλειστηριασμού.

Η δυνατότητα αυτή υφίσταται για το δικαστήριο ακόμα και για την περίπτωση που η παραπάνω τιμή είχε ορισθεί με την κατά το άρθρο 954 ΚΠολΔ απόφαση.

Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την αντικειμενική φορολογητέα αξία του ακινήτου και μπορεί να ορίσει τιμή μικρότερη από αυτήν.



Η υποβαλλόμενη στο Δικαστήριο αίτηση πρέπει να περιέχει το ποσό της τιμής της πρώτης προσφοράς στο οποίο ζητείται να καθοριστεί αυτή από το Δικαστήριο.  



Ο νέος πλειστηριασμός διατάσσεται εντός τριάντα ημερών, με αφετήριο σημείο την κατάθεση της απόφασης στον υπάλληλο του πλειστηριασμού.

Αποκλείεται η έναρξη της προθεσμίας αυτής να έχει ήδη παρέλθει κατά τη δημοσίευση της απόφασης του Δικαστηρίου που διέταξε τον τρίτο πλειστηριασμό.


ΑΠΟΦΑΣΗ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΕΡΡΩΝ 476/2009

Απόσπασμα…… Κατά τη διάταξη του άρθρου 966 παρ. 3 ΚΠολΔ, αν κατά το δεύτερο πλειστηριασμό δεν γίνει κατακύρωση, είτε βάσει του άρθρου 965 παρ. 2, είτε βάσει του άρθρου 966 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, τότε το αρμόδιο κατ` άρθρο 933 Δικαστήριο, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ, μετά από αίτηση οποιουδήποτε που δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει διαζευκτικά, είτε τη διενέργεια νέου (τρίτου) πλειστηριασμού, είτε να επιτρέψει την ελεύθερη εκποίηση του πράγματος. Ο νέος πλειστηριασμός διατάσσεται εντός τριάντα (30) ημερών, με αφετήριο σημείο την κατάθεση της απόφασης στον υπάλληλο του πλειστηριασμού. Αποκλείεται η έναρξη της προθεσμίας αυτής να έχει ήδη παρέλθει κατά τη δημοσίευση της απόφασης του Δικαστηρίου που διέταξε τον τρίτο πλειστηριασμό. Η τιμή της πρώτης προσφοράς μπορεί να είναι η ίδια, δηλαδή του δεύτερου πλειστηριασμού ή κατώτερη, η οποία ορίζεται από το Δικαστήριο, στην ευχέρεια του οποίου απόκειται, με βάση της περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, να ορίσει την ίδια ή κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς, ενόψει της αδυναμίας κατακύρωσης, με την προοπτική της πλειστηρίασης και κατακύρωσης του πράγματος. Πέρα από τη δυνατότητα μείωσης της τιμής της πρώτης προσφοράς, το Δικαστήριο δεν μπορεί να μεταβάλει άλλους όρους του πλειστηριασμού. Η δυνατότητα αυτή υφίσταται για το δικαστήριο ακόμα και για την περίπτωση που η παραπάνω τιμή είχε ορισθεί με την κατά το άρθρο 954 ΚΠολΔ απόφαση (ΜονΠρΠειρ 1110/74 ΑρχΝ 74.661). Το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την αντικειμενική φορολογητέα αξία του ακινήτου και μπορεί να ορίσει τιμή μικρότερη από αυτήν, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 966 ΚΠολΔ, που ρητά προβλέπει τη δυνατότητα της μείωσης της αρχικά και σε πρώτο στάδιο ορισθείσας τιμής πρώτης προσφοράς, δεν τροποποιήθηκε από το άρθρο 2 του ν. 3714/2008, με το οποίο προστίθεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 995 ΚΠολΔ εδάφιο βάσει του οποίου ως τιμή πρώτης προσφοράς για τον πλειστηριασμό του ακινήτου ορίζεται η αξία που προκύπτει από τον προσδιορισμό της αξίας του με αντικειμενικά κριτήρια, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41 και 41 αν. 1249/82, δεδομένου ότι σαφώς με την άνω τροποποίηση στο στάδιο σύνταξης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, στο κείμενο της οποίας πρέπει να αναγράφεται η τιμή πρώτης προσφοράς, σύμφωνα με την οποία και πρέπει να διενεργείται και ο πλειστηριασμός, δεν επέρχεται και τροποποίηση της διάταξης του 966 ΚΠολΔ, της οποίας σκοπός ήταν και εξακολουθεί να είναι, μη καταργηθέντος τούτου με την άνω διάταξη, η κατά το δυνατό συντομότερη περαίωση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης (βλ ΜονΠρΑμφ 116/2007 Δίκη 2007.598), με δυνατότητα του δικαστηρίου ορισμού τιμής πρώτης προσφοράς της ίδιας ή κατώτερης της αρχικά ορισθείσας με την περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης, ήτοι με τιμή κατώτερη και της αντικειμενικής φορολογητέας τιμής πρώτης προσφοράς. Η υποβαλλόμενη στο Δικαστήριο αίτηση πρέπει να περιέχει το ποσό της τιμής της πρώτης προσφοράς στο οποίο ζητείται να καθοριστεί αυτή από το Δικαστήριο (Βαθρακοκοίλης ΕρμΚΠολΔ, τ. Ε` στο άρθρο 966 σελ. 832). Στην προκείμενη περίπτωση η αιτούσα, που επισπεύδει πλειστηριασμό σε βάρος της ακίνητης περιουσίας του καθού οφειλέτη της, ζητεί να διαταχθεί η διενέργεια νέου πλειστηριασμού της πλειστηριαζόμενης ακίνητης περιουσίας του καθού, με κατώτερη τιμή πρώτης προσφοράς από την αρχικά ορισθείσα, για το λόγο ότι απέβησαν άκαρποι οι δύο προηγούμενοι πλειστηριασμοί Η αίτηση είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην προμνησθείσα διάταξη (άρθρο 966 παρ. 3 ΚΠολΔ), αρμόδια και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση στο δικαστήριο αυτό (άρθρα 966 παρ. 3 και 933 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσία, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Από την εκτίμηση της ενόρκου εξέτασης του μάρτυρα ……κατοίκου ……. των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό και με τους ισχυρισμούς των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, τους οποίους ανέπτυξαν στο ακροατήριο, καθώς και από όλη εν γένει την αποδεικτική διαδικασία πιθανολογήθηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα εξής πραγματικά περιστατικά για την υπόθεση αυτή: Με επίσπευση της αιτούσας, δυνάμει της υπ αριθμό…….2008 δήλωσης επίσπευσης μη γενόμενου πλειστηριασμού της συμβολαιογράφου Σερρών …….με βάση την …….διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, εκδόθηκε η υπ αριθμ……..2008 περίληψη κατασχετήριας έκθεσης πλειστηριασμού ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών………. με την οποία ορίσθηκε ημέρα πλειστηριασμού του ακινήτου του καθ ου, που είχε αρχικά κατασχεθεί με την ……..2004 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του ιδίου παραπάνω δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών με επίσπευση της δανείστριας εταιρίας ……..η …..2008. Η ακίνητη περιουσία του καθ ού που εκτίθετο σε πλειστηριασμό αφορούσε ένα οικόπεδο εμβαδού ……τ.μ, το οποίο βρίσκεται μέσα στο …….Ο.Τ του Δημοτικού Διαμερίσματος ……..Σερρών του ......... , το οποίο συνορεύει βόρεια σε πρόσοψη Α- Β γραμμικών μέτρων 24,50 και Β-Γ γραμμικών μέτρων με κοινοτική οδό, νότια σε πλευρά Δ-Ε γραμμικών μέτρων 26,73 με υπόλοιπο τμήμα του όλου οικοπέδου, ανατολικά σε πλευρά γραμμικών μέτρων 25,66 με ιδιοκτησία ……..και δυτικά σε πλευρά Α-Ε γραμμικών μέτρων 24,65 με κοινοτική οδό, ενώ εντός του οικοπέδου υφίσταται μια ισόγεια κατοικία εμβαδού……..τ.μ. και μία αποθήκη εμβαδού…….τ.μ. Η αξία του ανωτέρω οικοπέδου μετά των κτισμάτων εκτιμήθηκε, κατά την αρχική επισπευδομενη εκτέλεση από το δικαστικό επιμελητή στην κατασχετήρια έκθεση και στην περίληψη αυτής, στο ποσό των…….ευρώ, ως τιμή δε πρώτης προσφοράς ορίσθηκε τα 2/3 της εκτιμηθείσας αξίας, ήτοι το ποσό των……..ευρώ. Κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία ο επισπευδόμενος από την αιτούσα πλειστηριασμός ματαιώθηκε, κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων λόγω μερικής καταβολής. Στη συνέχεια, μετά από επαναληπτικές περιλήψεις πλειστηριασμών για το λόγο ότι οι τελευταίοι αναβάλλονταν μετά από συμφωνία των διαδίκων και όσον αφορά το δεύτερο γιατί δεν πραγματοποιήθηκε λόγω έκδοσης της υπ` αριθμ.……απόφασης του δικαστηρίου αυτού, με την οποία διατάχθηκε η διόρθωση της εκτίμησης του επιμελητή στο ποσό των………ευρώ και της τιμής πρώτης προσφοράς στο ποσό των……..ευρώ και τον τέταρτο γιατί δεν πραγματοποιήθηκε για να προσδιοριστεί η τιμή πρώτης προσφοράς στην αντικειμενική αξία του ακινήτου, ήτοι στο ποσό των…….ευρώ, εκδόθηκε η ……..Δ` επαναληπτική περίληψη, με την οποία απέβη άκαρπος λόγω μη εμφάνισης πλειοδοτών, με την υπ αριθμ …….2009 πράξη ματαιώσεως πλειστηριασμού της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου. Στη συνέχεια και δυνάμει της υπ αριθμ.…….Ε επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας εκθέσεως του ίδιου δικαστικού επιμελητή, ορίσθηκε νέα ημέρα πλειστηριασμού η …….όμως και πάλι ο πλειστηριασμός απέβη άκαρπος λόγω μη εμφάνισης πλειοδοτών (βλ. την υπ` αριθμ.……πράξη ματαίωσης πλειστηριασμού της επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου). Η αιτούσα, που έχει έννομο συμφέρον ως επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό και υπέρ της οποίας γίνεται η εκτέλεση, ζητεί με την κρινόμενη αίτηση, κατ` εφαρμογή για πρώτη φορά του άρθρου 966 παρ. 3 ΚΠολΔ, να γίνει νέος (τρίτος) πλειστηριασμός με τιμή προσφοράς κατώτερη αυτής του τελευταίου κατά σειρά ματαιωθέντος πλειστηριασμού, λόγω έλλειψης πλειοδοτών. Πιθανολογήθηκε ότι η τιμή πρώτης προσφοράς του πλειστηριαζόμενου ως άνω ακινήτου είναι αρκετά υψηλή, λόγος για τον οποίο δεν εμφανίζονται πλειοδότες, όπως άλλωστε κατατέθηκε και από το μοναδικό μάρτυρα απόδειξης που εξετάστηκε, δεδομένου ότι η αξία του ακινήτου ως ευρισκόμενου σε περιοχή όπου δεν υπάρχει ανοικοδόμηση, μακριά από το δρόμο και στο βουνό, είναι μικρότερη και αυτής ακόμη της αντικειμενικής φορολογητέας αξίας του και γι` αυτό πρέπει αυτή να μειωθεί. Ενόψει της άρνησης της επισπεύδουσας να λάβει το υπό πλειστηριασμό ακίνητο αλλά και της αδυναμίας κατακύρωσης σε δύο (2) πλειστηριασμούς και με την προοπτική της πλειστηρίασης και κατακύρωσης αυτού, το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να διαταχθεί η διενέργεια νέου πλειστηριασμού εντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοση της παρούσας απόφασης και την κατάθεση αυτής στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, με τιμή πρώτης προσφοράς το ποσό των ……ευρώ. Κατόπιν τούτων η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ` ουσία βάσιμη….


 

Διαταγή πληρωμής. Υπολογισμός της 15νθήμερης προθεσμίας ανακοπής.


ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  323/2007

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Στην προθεσμία των δεκαπέντε εργασίμων ημερών για την άσκηση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής δεν υπολογίζονται οι Κυριακές, οι λοιπές αργίες και τα Σάββατα που μεσολαβούν.


ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ  323/2007

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αντιπρόεδρο, Νικόλαο Κασσαβέτη, Ιωάννη Παπανικολάου, Ρένα Ασημακοπούλου και Χαράλαμπο Ζώη, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-1998 ανακοπή της αρχικής ανακόπτουσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία……..που μετέπειτα συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως από την ήδη αναιρεσείουσα και κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις……μη οριστική, ……οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ……..του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 15-12-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Κασσαβέτης ανέγνωσε την από 12-10-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 1 § 1 της από 29-12-1980 πράξης νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με το ν. 1187/1981, καθιερώθηκε από 1 Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, αρχόμενη από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή για το προσωπικό του Δημοσίου των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Ακολούθως στην παρ. 10 του ίδιου άρθρου ορίζεται μεταξύ άλλων ότι το Σάββατο δεν θεωρείται ως σήμερα αργίας, (εξαιρέσιμη), και δεν καταβάλλονται στο απασχολούμενο προσωπικό οι προβλεπόμενες από το νόμο προσαυξήσεις, στη δε επόμενη παρ. 11 ορίζεται ποιες είναι οι ημέρες αργίας και ημιαργίας των ανωτέρω υπηρεσιών. Τέλος κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου η διαδρομή των προθεσμιών, που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επόμενη ημέρα της επιδόσεως ή του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της και λήγει τη 19.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το Σάββατο, χωρίς να είναι αργία ή εξαιρετέα δεν είναι εργάσιμη ημέρα και όταν ο νόμος για την επιχείρηση ορισμένης διαδικαστικής πράξεως τάσσει προθεσμία, που αναφέρεται σε εργάσιμες ημέρες δεν πρέπει στην προθεσμία αυτή να προσμετράται το Σάββατο, όπως ακριβώς και η Κυριακή, εφόσον κατά το Σάββατο δεν είναι δυνατή η επιχείρηση των πράξεων για τις οποίες η προθεσμία τίθεται με κριτήριο την εργάσιμη ημέρα, η οποία δεν μπορεί παρά να νοηθεί και σε σχέση με τη λειτουργία των δικαστηρίων και τη δυνατότητα επιχειρήσεως διαδικαστικών πράξεων που απευθύνονται στο δικαστήριο. Ο νομοθέτης έχει γνώση των εννοιών και με σαφή διάκριση χρησιμοποιεί τους όρους "εργάσιμες ημέρες" όπως στα άρθρα 237 παρ. 3, 268 παρ. 4, 270 παρ. 2, 632 παρ. 1, 633 παρ. 2, 929 παρ. 1, 979 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. ή "ημέρες αργίας ή εξαιρετέες" όπως στα άρθρα 125 παρ. 1, 144 παρ. 1, 145 παρ. 4 κλπ. του ίδιου Κώδικα. Ειδικότερα με το άρθρο 632 παρ. 1 εδ. α΄ Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι ο οφειλέτης κατά του οποίου στρέφεται η διαταγή πληρωμής έχει το δικαίωμα μέσα σε δεκαπέντε εργάσιμες ημέρες από την επίδοσή της να ασκήσει ανακοπή η οποία απευθύνεται στο δικαστήριο το οποίο είναι καθ' ύλην αρμόδιο. Επομένως στην προθεσμία των δεκαπέντε εργασίμων ημερών για την άσκηση ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής δεν θα υπολογισθούν οι Κυριακές οι λοιπές αργίες και τα Σάββατα, που μεσολαβούν αφού δεν είναι εργάσιμες ημέρες. (ΑΠ 421/2005). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι η υπ' αριθμό…….διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επιδόθηκε στην τότε εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ……..στις 16-3-1998 ενώ η κατά της διαταγής αυτής πληρωμής ένδικη ανακοπή ασκήθηκε από την εφεσίβλητη στις 6 Απριλίου 1998. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι με τα ανωτέρω δεδομένα η ένδικη ανακοπή ασκήθηκε μετά την παρέλευση της με το άρθρο 632 παρ. 1 εδ. α΄ Κ.Πολ.Δ. οριζόμενης προθεσμίας των δεκαπέντε εργασίμων ημερών, η οποία άρχισε την επόμενη ημέρα της επίδοσης της διαταγής πληρωμής, (17-3-1998) και συμπληρώθηκε στις 3-4-1998 ημέρα Παρασκευή μετ' αφαίρεση μόνο δύο Κυριακών (ήτοι 22-3-1998 και 29-3-1998) και της εξαιρετέας ημέρας της 25-3-1998, που μεσολάβησαν, όχι δε και των ημερών του Σαββάτου που κατ' αυτό μεσολάβησαν (ήτοι της 21-3-1998 και 28-3-1998). Σύστοιχα δε με την κρίση του αυτή το Εφετείο λόγω του, κατ' αυτό, εκπροθέσμου της ανωτέρω ανακοπής την απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ως απαράδεκτη. Όμως ενόψει του ότι μέχρι την κατά την 6 Απριλίου 1998 άσκηση της ανωτέρω ανακοπής μεσολάβησαν σύστοιχα με τις ανωτέρω παραδοχές και το Σάββατο 4-4-1998 και η Κυριακή 5-4-1998 με αποτέλεσμα την μη μέχρι την άσκηση της ανακοπής λήξη της προθεσμίας άσκησής της αφού σε αυτήν σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί δεν υπολογίζονται τα ανωτέρω Σάββατα και Κυριακές το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε την ανακοπή ως απαράδεκτη και για την αιτία αυτή ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. μοναδικός λόγος της παραδεκτά ασκηθείσης από την αναιρεσείουσα, λόγω της συγχώνευσης με αυτή της ανωτέρω εφεσίβλητης ανακόπτουσας υπό κρίση αναίρεσης είναι βάσιμος. Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και, κατ' άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δ., να παραπεμφθεί η υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρούμενη απόφαση στο δυνάμενο να συντεθεί από άλλους δικαστές Εφετείο Αθηνών για περαιτέρω απ' αυτό εκδίκαση της υπόθεσης αυτής.


 

Λύση σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποκλειστικής διανομής. Αποζημίωση πελατείας εμπορικού αντιπροσώπου, αποκλειστικού διανομέα.


ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1554/2008

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ορισμένου χρόνου σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας λύεται με την παρέλευση του συμφωνημένου χρόνου διαρκείας αυτής. Αν η εκτέλεσή της συνεχίστηκε και μετά την λήξη του συμφωνημένου χρόνου, αυτή μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου και μπορεί έκτοτε να λυθεί με τακτική (αναιτιολόγητη) καταγγελία από οποιοδήποτε των συμβληθέντων.

Τα αποτελέσματα της λύσης της σύμβασης επέρχονται από της παρελεύσεως των χρονικών ορίων που ορίζονται στο άρθρο 8 παρ.4 του πδ 219/1991.

Η αορίστου χρόνου σύμβαση λύεται επίσης και με έκτακτη καταγγελία σε περίπτωση συνδρομής σπουδαίου λόγου, συνισταμένου στην εν όλω ή εν μέρει παραβίαση των υποχρεώσεων του άλλου μέρους καθώς και όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις, οπότε η λύση της σύμβασης επέρχεται χωρίς την παρέλευση των αναφερομένων στο άρθρο 8 παρ.4 προθεσμιών του πδ 219/1991.

Την συνδρομή σπουδαίου λόγου δικαιολογούντος την έκτακτη καταγγελία οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει εκείνος που κατάγγειλε τη σύμβαση.

Η αναιτιολόγητη καταγγελία από τον αντιπροσωπευόμενο, όταν ασκείται καταχρηστικώς, συνιστά αδικοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ  και συνεπάγεται ευθύνη προς αποζημίωση, ή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Ως αορίστου διαρκείας θεωρείται και η σύμβαση που διήρκεσε επί μακρό σχετικά χρόνο, κατά τη διάρκεια του οποίου και σε τακτά χρονικά διαστήματα, καταρτίζονταν μεταξύ των μερών μερικότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, όλοι οι διέποντας τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες τροποποιούνται με τις μεταγενέστερες σε ορισμένα σημεία τους.

Η αξίωση του εμπορικού αντιπροσώπου για αποζημίωση πελατείας καθώς και η αξίωση αυτού για περαιτέρω αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ, αποσβήνεται αν εντός έτους από τη λύση της σύμβασης δεν γνωστοποιήσει στον αντιπροσωπευόμενο την πρόθεσή του να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές.

Η γνωστοποίηση πληρούται αν αυτός εντός έτους από τη λύση της σύμβασης καταστήσει γνωστό στον αντιπροσωπευόμενο, ότι προτίθεται να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, χωρίς να απαιτείται η εντός του έτους άσκηση σχετικής αγωγής, ή άλλης επιθετικής δικαστικής πράξης και χωρίς επίσης να απαιτείται να προσδιορίζεται, κατά ποσό και αιτία, ποίες αξιώσεις προτίθεται να ασκήσει ο αντιπρόσωπος, αφού οι αξιώσεις τους, τόσο για την κατ' αποκοπή αποζημίωση, όσο και για την περαιτέρω αποζημίωση, προσδιορίζονται από το νόμο.

Τα ίδια ισχύουν και στην σύμβαση  αποκλειστικής διανομής, γιατί οι διατάξεις του π.δ 219/1991 εφαρμόζονται αναλογικά και επί των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής.


ΑΠΟΦΑΣΗ

ΑΡΕΙΟΣ ΠΑΓΟΣ   1554/2008

Απόσπασμα……ΙΙ. Με το ΠΔ 219/1991, που εκδόθηκε για την ενσωμάτωση στην Ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται αναλογικά και επί των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, οι οποίες, κατά τα ουσιώδη αυτών στοιχεία, ομοιάζουν με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ορίζονται και τα εξής: α) "ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση..." (άρθρο 9 παρ.1α), β) "το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με τον ετήσιο μέσο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου" (άρθρο 9 παρ.1β), γ) "η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα" (άρθρο 9 παρ. 1γ), δ) "ο εμπορικός αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση αποζημίωσης ή ανόρθωσης ζημίας της προηγουμένης παραγράφου εάν δεν γνωστοποιήσει στον αντιπροσωπευόμενο εντός έτους από τη λύση της σύμβασης ότι προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμά του" (παρ.2). Από τις διατάξεις αυτές του άνω ΠΔ/τος, που αποτελούν ενσωμάτωση στην Ελληνική έννομη τάξη των αντιστοίχων ρυθμίσεων του άρθρου 17 παρ.2 εδ.α', β', γ', και παρ.3 και 5 της άνω Οδηγίας, σαφώς συνάγεται ότι  η αξίωση του εμπορικού αντιπροσώπου για κατ' αποκοπή αποζημίωση (αποζημίωση πελατείας) καθώς και η αξίωση αυτού για περαιτέρω αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Α.Κ, αποσβήνεται αν εντός έτους από τη λύση της σύμβασης δεν γνωστοποιήσει στον αντιπροσωπευόμενο την πρόθεσή του να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, θεσπιζόμενης αποσβεστικής προθεσμίας, με την έννοια του άρθρου 279 ΑΚ, η παρέλευση της οποίας λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 280 ιδίου κώδικα. Τόσο με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.5 της Οδηγίας, όσο και την αντίστοιχη της παρ.2 του άρθρου 9 του άνω Π.Δ/τος ορίζεται ότι ο αντιπρόσωπος χάνει την αξίωση για κατ' αποκοπή αποζημίωση, καθώς και για περαιτέρω αποζημίωση, αν δεν "γνωστοποιήσει" εντός του έτους στον αντιπροσωπευόμενο, ότι προτίθεται να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, χωρίς να καθορίζεται τύπος για την γνωστοποίηση και χωρίς επίσης να προσδιορίζεται το περιεχόμενο αυτής. Σκοπός της απαιτουμένης γνωστοποίησης από τον αντιπρόσωπο είναι να μη παραμένει εκκρεμής επί μακρό χρονικό διάστημα, η αβεβαιότητα του αντιπροσωπευομένου, σχετικά με τις προθέσεις του αντιπροσώπου να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, οι οποίες συνεπάγονται δέσμευση, συνήθως όχι μικρών ποσών κεφαλαίων του υπόχρεου αντιπροσωπευομένου, που έχει περαιτέρω συνέπεια την ουσιαστική αδυναμία του αντιπροσωπευομένου να αξιοποιήσει τα κεφάλαια αυτά για την ανάπτυξη των εμπορικών του δραστηριοτήτων στα πλαίσια συνθηκών ανταγωνισμού που επικρατούν στον σχετικό τομέα δραστηριότητας του αντιπροσωπευομένου, οι οποίες επιβάλλουν προγραμματισμό και αξιοποίηση όλων των οικονομικών αυτού δυνατοτήτων. Από αυτά συνάγεται περαιτέρω, ότι ο άνω σκοπός που επιβάλλει τη γνωστοποίηση της πρόθεσης του αντιπροσώπου να ασκήσει τις αξιώσεις από τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, πληρούται αν αυτός εντός έτους από τη λύση της σύμβασης καταστήσει γνωστό στον αντιπροσωπευόμενο, ότι προτίθεται να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, χωρίς να απαιτείται η εντός του έτους άσκηση σχετικής αγωγής ή άλλης επιθετικής δικαστικής πράξης και χωρίς επίσης να απαιτείται να προσδιορίζεται, κατά ποσό και αιτία, ποίες αξιώσεις προτίθεται να ασκήσει ο αντιπρόσωπος, αφού οι αξιώσεις τους, τόσο για την κατ' αποκοπή αποζημίωση, όσο και για την περαιτέρω αποζημίωση, προσδιορίζονται από το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο ήδη αναιρεσείων, με την αγωγή του κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων, επικαλούμενος σύμβαση αποκλειστικής διανομής αορίστου χρόνου μεταξύ αυτού και της πρώτης αναιρεσίβλητης, ομοιάζουσας κατά τα ουσιώδη αυτής στοιχεία με σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία λύθηκε με άτυπη καταγγελία από την αντιπροσωπευομένη πρώτη εναγομένη, καταχρηστικώς και με πρόθεση να του αποσπάσει την πελατεία του, εκμεταλλευόμενη την οικονομική του από αυτή εξάρτηση και την δεσπόζουσα αυτής θέση στην οικεία αγορά της χώρας, καθώς και εναντίον των χρηστών ηθών, διότι αυτός αρνήθηκε να συναινέσει στη μείωση του ποσοστού προμηθειών του, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι αυτή και οι νόμιμοι εκπρόσωποί της, υποχρεούνται να του καταβάλουν αποζημίωση για απώλεια πελατείας σύμφωνα με το άρθρο 9 ΠΔ 219/91, καθώς και περαιτέρω αποζημίωση, για θετική και αποθετική ζημία, καθώς και χρηματική ικανοποίηση, σύμφωνα με τις περί αδικοπραξιών διατάξεις του ΑΚ, για την περιουσιακή ζημία και ηθική βλάβη που αυτός υπέστη. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δεχόμενο, όπως και το πρωτοβάθμιο, ότι η αγωγική αξίωση αυτού για αποζημίωση πελατείας αποσβέστηκε, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 ΠΔ 219/91, διότι η αγωγή ασκήθηκε μετά την παρέλευση έτους από τη λύση της σύμβασης που έγινε με καταγγελία της από την εναγομένη αντιπροσωπευομένη την 23.01.2003, απορρίπτοντας τον προβληθέντα από τον ενάγοντα, με την αγωγή του ισχυρισμό (αντένσταση) περί διακοπής της αποσβεστικής αυτής προθεσμίας, με την επίδοση στην εναγομένη της από 3.2.2003 εξώδικης δήλωσης αυτού, με την οποία αυτός διαμαρτυρήθηκε για την καταγγελία της σύμβασης και επιφυλάχθηκε για την άσκηση κάθε δικαιώματός του από την άκαιρη και καταχρηστική, κατά τον ενάγοντα, καταγγελία της σύμβασης. Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε η άνω εξώδικη δήλωση του ενάγοντος, που επιδόθηκε στην εναγομένη εντός έτους από τη λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, και με την οποία αυτός δήλωσε ότι επιφυλάσσεται να ασκήσει κάθε δικαίωμά του από τη λύση της σύμβασης, δεν συνιστά γνωστοποίηση της πρόθεσης του να ασκήσει τις αξιώσεις του, με την έννοια του άρθρου 9 παρ. 2 ΠΔ 219/91. Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία την άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 ΠΔ 219/91, απαιτώντας για την εφαρμογή της περισσότερα στοιχεία από όσα από αυτή απαιτούνται και υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως βασίμως αιτιάται με τον πρώτο λόγο ο αναιρεσείων, ο οποίος λόγος πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος και να αναιρεθεί γι' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες απορρίφθηκε η αγωγή του ως προς το κεφάλαιο της αιτουμένης κατ' αποκοπή αποζημίωσης πελατείας. IΙΙ. Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής σε συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από όσα ο κανόνας αυτός απαιτεί για την γένεση του ασκουμένου δικαιώματος. Αντίθετα, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποσοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφαση τους σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα, οπότε ιδρύονται οι από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 298 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την πληρότητα αγωγής με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής όλα εκείνα τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει, ότι ο ενάγων θα εισέπραττε από την επαγγελματική του δραστηριότητα με πιθανότητα και τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το αιτούμενο με την αγωγή του ποσό αποζημίωσης, χωρίς να είναι αναγκαία να αναφέρεται και ότι δεν εξοικονομήθηκε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι ο προσδιορισμός και η αφαίρεση της τυχόν εξοικονομηθείσας δαπάνης, μπορεί να γίνει με βάση τις αποδείξεις, ύστερα από πρόταση του εναγομένου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και το πρώτον από το Εφετείο, εφόσον το ύψος της αποθετικής ζημίας κατέστη νομίμως αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης (Ολ. ΑΠ 22/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτει, ότι με αυτή ο ήδη αναιρεσείων, α) επικαλούμενος κατ' εκτίμηση ότι η μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης λειτουργούσα από το έτος 1991 σύμβαση αποκλειστικής διανομής, καταγγέλθηκε ατύπως από την εναγομένη, ενεργώντας κατά προφανή υπέρβαση των χρηστών και συναλλακτικών ηθών, εκμεταλλευόμενη κακόπιστος την οικονομική του από αυτή εξάρτηση, διότι αυτός αρνήθηκε να συναινέσει στην αποδοχή όρων μείωσης του περιθωρίου του κέρδους του και με σκοπό να του υφαρπάξει την πελατεία του, ζήτησε, εκτός των άλλων, να αναγνωρισθεί, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν σ' αυτόν και αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, τα οποία αυτός θα αποκόμιζε, επί πενταετία μετά την καταγγελία, με πιθανότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, κατά το οποίο χρονικό διάστημα θα εξακολουθούσε να δραστηριοποιείται επαγγελματικά ως αποκλειστικός διανομέας αποκομίζοντας κατ' έτος κέρδη προσαυξημένα κατά ποσοστό 10% ετησίως, τα οποία καθορίζει κατ' έτος, ανερχόμενα συνολικώς στο ποσό των 1.199.220,86 ευρώ, β) ότι κατά ρητό όρο της μεταξύ τους καταρτισθείσης από Απριλίου 2002 συμβάσεως, την οποία αυτός δεν ανέγνωσε η εναγομένη αντιπροσωπευομένη από τον τζίρο επί του οποίου προσδιορίζονταν το ποσοστό περιθωρίου κέρδους αυτού αφαιρέθηκαν οι παροχές που αυτός κατέβαλε στο λιανικό εμπόριο, με συνέπεια να λάβει κατά το τελευταίο έτος της συνεργασίας τους με την εναγομένη ποσό μικρότερο κατά 66.613,06 ευρώ, εκείνου που θα ελάμβανε εάν συνυπολογίζονταν και οι παροχές αυτού στο λιανικό εμπόριο. Τα κονδύλια αυτά απέρριψε το Εφετείο, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το πρώτο μεν ως μη νόμιμο, διότι ο ενάγων δεν ζητούσε το καθαρό κέρδος, δηλαδή εκείνο που θα προέκυπτε μετά την αφαίρεση της απαιτουμένης για την επίτευξη των άνω προμηθειών δαπάνης το δεύτερο δε ως αόριστο. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμο το άνω κονδύλι αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια απαιτώντας για την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 298 ΑΚ περισσότερα από εκείνα που απαιτούνται από τη διάταξη αυτή για τη γένεση του δικαιώματος αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη, δεχόμενο ότι για τη γένεση του δικαιώματος αυτού απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή τα καθαρά κέρδη μετ' αφαίρεση δηλαδή και της δαπάνης που απαιτείτο για την επίτευξη των προμηθειών του ενάγοντος. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι απορρίπτοντας την αγωγή του ως προς το άνω ποσό αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη ως μη νόμιμη υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια και να αναιρεθεί γι' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση. Απορρίπτοντας όμως το Εφετείο ως αόριστη την αγωγή ως προς το κονδύλι της αποζημίωσης ευρώ 66.603,06 για μη καταβληθείσες προμήθειες από την αντιπροσωπευομένη εναγομένη κατά το τελευταίο έτος λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής δεν εκήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, όπως αιτιάται με τον τρίτο λόγο κατά το οικείο μέρος του ο αναιρεσείων, διότι δεν καθορίζεται στην αγωγή το ποσό των εκπτώσεων προς λιανοπωλητές, το οποίο κατά τον ενάγοντα δεν υπολογίστηκε προς προσδιορισμό των προμηθειών του, ούτε επίσης καθορίζεται το ποσοστό των προμηθειών αυτών, και επομένως ο λόγος αυτός, κατά το άνω δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. IV. Στο Π.Δ. 219/1991 ορίζονται και τα εξής: α) σύμβαση ορισμένου χρόνου, την οποία τα δύο μέρη συνεχίζουν να εκτελούν, μετά την λήξη της θεωρείται ότι μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου (άρθρο 8 παρ.2), β) όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, καθένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας (άρθρο 8 παρ.3), γ) οι διατάξεις των παρ.3, 4, 5 και 6 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται όταν μία σύμβαση ορισμένου χρόνου μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή της παρ.2 του άρθρου αυτού. Στην περίπτωση αυτή για τον καθορισμό της προθεσμίας καταγγελίας συνυπολογίζεται και ο προηγούμενος ορισμένος χρόνος (άρθρο 8 παρ.7), δ) Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παρ.4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση την εκτέλεση του συνόλου ή μέρους των συμβατικών υποχρεώσεων και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων (άρθρο 8 παρ.8). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η ορισμένου χρόνου σύμβαση αποκλειστικής διανομής, που ομοιάζει με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, λύεται με την παρέλευση του συμφωνημένου χρόνου διαρκείας αυτής, αν δε η εκτέλεσή της συνεχίστηκε και μετά την λήξη του συμφωνημένου χρόνου, αυτή μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου και μπορεί έκτοτε να λυθεί με τακτική (αναιτιολόγητη) καταγγελία από οποιοδήποτε των συμβληθέντων, τα δε αποτελέσματα αυτής (λύση της σύμβασης) επέρχονται από της παρελεύσεως των χρονικών ορίων που ορίζονται στο άρθρο 8 παρ.4 του άνω ΠΔ/τος. Η αορίστου χρόνου σύμβαση αποκλειστικής διανομής λύεται επίσης και με έκτακτη καταγγελία, σε περίπτωση συνδρομής σπουδαίου λόγου, συνισταμένου στην εν όλω ή εν μέρει παραβίαση των υποχρεώσεων του άλλου μέρους καθώς και όταν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις, οπότε η λύση της σύμβασης επέρχεται χωρίς την παρέλευση των αναφερομένων στο άρθρο 8 παρ.4 προθεσμιών. Την συνδρομή σπουδαίου λόγου δικαιολογούντος την έκτακτη καταγγελία οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει εκείνος που κατάγγειλε τη σύμβαση. Η αναιτιολόγητη καταγγελία από τον αντιπροσωπευόμενο, που αποτελεί δικαίωμα αυτού, όταν ασκείται καταχρηστικώς, συνιστά αδικοπραξία, σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται από το άρθρο 281 ΑΚ, το οποίο αποσκοπεί να χαλαρώσει τον άκρατο ατομιστικό χαρακτήρα του δικαιώματος, και συνεπάγεται, συντρεχουσών και των λοιπών κατά νόμο προϋποθέσεων (επέλευση ζημίας και αιτιώδη συνάφεια) ευθύνη προς αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ως αορίστου διαρκείας θεωρείται και η σύμβαση που διήρκεσε επί μακρό σχετικά χρόνο, κατά τη διάρκεια του οποίου και σε τακτά χρονικά διαστήματα, καταρτίζονταν μεταξύ των μερών μερικότερες συμβάσεις ορισμένου χρόνου, με ταυτόσημο ή κυρίως ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, όλοι οι διέποντας τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αλλά εξακολουθούν να ισχύουν οι περιεχόμενοι στις προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες τροποποιούνται με τις μεταγενέστερες σε ορισμένα σημεία τους. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο της αιτουμένης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων από την άκαιρη και καταχρηστική, όπως αυτός ισχυρίζεται με την αγωγή του καταγγελία της συμβάσεως αορίστου χρόνου, δεχόμενο, ότι αποδείχθηκαν τα εξής: "Ότι η εναγομένη, που παράγει και διαθέτει στην ελληνική αγορά παγωτά με το σήμα……με έγγραφη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του ενάγοντος την 9.1.1991 ανέθεσε σ' αυτόν τη διανομή των προϊόντων της για το χρονικό διάστημα από 9.1.91 μέχρι 31.11.91 σε συγκεκριμένες περιοχές του νομού Αττικής, με αντιπαροχή, που καθορίστηκε σε ποσοστό επί του ετήσιου τζίρου των πωλήσεων που θα πραγματοποιούσε. Ειδικότερα ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να διαθέτει (διανέμει) κατ' εντολή της εναγομένης τα συμβατικά προϊόντα, να εφαρμόζει τα υποδεικνυόμενα από αυτήν συστήματα διανομής, να προβάλλει τα προϊόντα της σύμφωνα με τις οδηγίες της, να καλύπτει τα σημεία πώλησης με διαφημιστικό υλικό, που του παρέδιδε η ίδια και να συμμορφώνεται εν γένει με τις οδηγίες της. Ότι με μεταγενέστερες διαδοχικές συμβάσεις μεταξύ των μερών που καταρτίστηκαν την 3.2.1992, 18.3.1992, 30.11.1992, 5.11.1993, 10.11.1994, 9.11.95, 5.1.97, 17.12.97, 3.12.98, 10.1.2000, 24.4.2000, 2.1.2001, 30.4.2001, 4.4.2001 και 18.12.2001 παρέτειναν αλληλοδιαδόχως το χρόνο διάρκειας της σύμβασης συνήθως για ένα έτος κάθε φορά και τροποποιούσαν την αντιπαροχή του ενάγοντος. Τελικά με το από 18.12.2001 συμφωνητικό ο συμβατικός χρόνος παρατάθηκε για τελευταία φορά έως 31.12.2002. Με τα δεδομένα αυτά η τελευταία σύμβαση ήταν, όπως και οι προηγούμενες ορισμένου χρόνου, που έληξε την 31.12.2002 και δεν επρόκειτο για μία ενιαία και για μεγάλο χρονικό διάστημα συμβατική σχέση, χωρισμένη σε περισσότερες ετήσιες παρόμοιες (αλυσιδωτές), που είναι σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα νομική σκέψη αορίστου χρόνου, όπως υποστηρίζει ο ενάγων, αφού και ο ίδιος με τα εκτιθέμενα στην αγωγή του αναγνωρίζει ότι κάθε φορά που καταρτίζονταν νέα ετήσια σύμβαση αυτή ήταν αντικείμενο διαπραγματεύσεων ως προς το ύψος της αντιπαροχής του, που κάθε φορά περιορίζονταν, όπως συνέβη την 23.1.2003 κατά τις διαπραγματεύσεις για την ανανέωση της τελευταίας συμβάσεως, οπότε η εναγομένη απαίτησε να περιορισθεί ακόμη περισσότερο το περιθώριο του κέρδους του, αιτία για την οποία αρνήθηκε να την υπογράψει". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη ο ενάγων από την καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης αορίστου χρόνου, όπως ζητούσε με την αγωγή του, επικυρώνοντας την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη υπαγωγή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 και 3 ΠΔ 219/91, υποπίπτοντας στην από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα α) δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 ΠΔ 219/91, απορρίπτοντας τον ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος ότι η μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης σύμβαση αποκλειστικής διανομής ήταν αορίστου χρόνου, δεχόμενο ότι το γεγονός και μόνο ότι κάθε φορά που καταρτίζονταν οι μεταγενέστερες συμβάσεις μεταξύ των μερών διεξάγονταν διαπραγματεύσεις μεταξύ αυτών και μειώνονταν η αμοιβή του ενάγοντος διανομέα, προσδίδει αυτό και μόνο στις μερικότερες συμβάσεις αυτοτέλεια ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, β) δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ.2 ΠΔ 219/91, μολονότι δέχεται, όπως από τις παραπάνω χρονολογίες κατάρτισης των διαδοχικών συμβάσεων προκύπτει, ότι μεταξύ αυτών υπήρχαν χρονικά διαστήματα, μετά τη λήξη του συμφωνημένου εκάστοτε ορισμένου χρόνου, κατά τα οποία εξακολουθούσε η εκτέλεση της σύμβασης μεταξύ των συμβληθέντων μερών και επομένως η σύμβαση είχε μετατραπεί σε αορίστου χρόνου. Χαρακτηριστικά από τις παραπάνω χρονολογίες κατάρτισης των διαδοχικών συμβάσεων προκύπτει α) ενώ η πρώτη σύμβαση έληξε την 30.11.1991, η επόμενη καταρτίστηκε την 3.2.92, μεσολάβησε δηλαδή μετά τη λήξη της πρώτης δίμηνο χρονικό διάστημα κατά το οποίο η σύμβαση εξακολούθησε να εκτελείται, β) ενώ η σύμβαση που καταρτίστηκε την 9.11.1995 ήταν, όπως δέχεται το Εφετείο, ετήσιας διάρκειας και έληγε την 9.11.96, η επομένη καταρτίστηκε την 5.1.97, μεσολάβησε δηλαδή και πάλι δίμηνο εντός του οποίου η σύμβαση εξακολουθούσε να εκτελείται. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο έκτος λόγος αναίρεσης κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο τις αιτιάσεις ότι με το να απορρίψει ως αβάσιμη την αγωγή του, ως προς το κεφάλαιο της αιτουμένης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια.


 

Αντικείμενο της σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring).


ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   5318/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αντικείμενο της σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων είναι απαιτήσεις του προμηθευτή έναντι πελατών του, ιδίως από συμβάσεις πώλησης αγαθών, παροχής υπηρεσιών σε τρίτους, ή εκτέλεση έργων.

Η σύμβαση factoring συνάπτεται κατά κανόνα ως ορισμένου χρόνου. Συνήθης διάρκεια είναι 24 μήνες, με δυνατότητα σιωπηρής παράτασης.

Αν δεν υπάρξει καταγγελία εκ μέρους κάποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη η σύμβαση καθίσταται αορίστου χρόνου. Όπως κάθε διαρκής σύμβαση, η σύμβαση factoring λήγει με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, ή με καταγγελία.

Η σύμβαση λειτουργεί με συνεχείς εκχωρήσεις απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα, που ολοκληρώνονται και αναπτύσσουν ενέργεια έναντι τρίτων με την συμφωνία εκχώρησης μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα και την αναγγελία στον οφειλέτη. Μόνο από τότε η εκχώρηση είναι πλήρης και άρα ο εκδοχέας μόνο από την αναγγελία αποκτά το εκχωρούμενο δικαίωμα, το οποίο, μέχρι τότε, εξακολουθεί να παραμένει στον εκχωρητή.

Η αναγγελία γίνεται συνήθως, είτε με ειδική μνεία στα τιμολόγια που εκδίδει ο προμηθευτής, είτε με την αποστολή χωριστής γραπτής ανακοίνωσης από τον προμηθευτή, ή τον πράκτορα προς τον πελάτη-οφειλέτη.

Η αναγγελία πρέπει να περιέχει, ότι από τη σύμβαση της εκχώρησης ενδιαφέρει τον οφειλέτη. Συγκεκριμένα αυτήν την ίδια την εκχώρηση, το πρόσωπο του εκχωρητή και του εκδοχέα, την εκχωρηθείσα απαίτηση και τους όρους της εκχώρησης, που ενδιαφέρουν τον οφειλέτη.

Απαγορεύεται η σύναψη περισσότερων συμβάσεων πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων με διαφορετικούς πράκτορες για τις ίδιες απαιτήσεις, εκτός αν οι δύο πράκτορες συνήνεσαν στη σύναψη των συμβάσεων αυτών. Εάν δεν υπάρχει συναίνεση η δεύτερη σύμβαση είναι άκυρη, η δε ακυρότητα αφορά όχι μόνο τη σύμβαση factoring, αλλά και τις εκχωρήσεις των απαιτήσεων, που συνομολογούνται στα πλαίσια αυτής.


ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   5318/2009

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Γεράσιμο Φουρλάνο, Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Γκανιάτσου και Μαρία Ανδρικοπούλου-Εισηγήτρια, Εφέτες και από την Γραμματέα Ιωάννα Ξανθάκη. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, με την από 24/4/2005 αγωγή της ΚΑΤΑ της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό (αριθ. κατάθ……..και γεν. αριθ. κατάθ……), ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτή. Η ανακοινώνουσα τη δίκη (εναγόμενη) και ήδη εκκαλούσα, με την από ….ανακοίνωση δίκης προς τους Ι)…….2)……3)…….και 4)…….προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό  κατάθ. …..και γεν. αριθ. κατάθ…… ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτή. Το παραπάνω Δικαστήριο αφού συνεκδίκασε την ως άνω αγωγή με την ανακοίνωση δίκης - ερήμην των προς ους η κοινοποίηση- εξέδωσε την υπ' αριθμ……οριστική απόφαση του με την οποία δέχτηκε την αγωγή. Κατά της ανωτέρω απόφασης παραπονείται η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με την από……και με αριθμό κατάθεσης……κρινόμενη έφεση της προς το Δικαστήριο αυτό. Η συζήτηση της έφεσης προσδιορίστηκε για την παρούσα δικάσιμο. Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατέθεσαν τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δηλώσεις τους κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση κατά της με αριθμό……οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εναγομένη στις…..(βλ. την με αριθμό……έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά…….) και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε στις…... Εφόσον, λοιπόν, παραδεκτά και νομότυπα φέρεται προς συζήτηση στο παρόν δικαστήριο (άρθρα 19, 495 επ., 511, 513 § 1, 516 § 1, 517, 518 Κ.Πολ.Δ.), θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια όπως πιο πάνω, διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Με την από …….(αριθμός κατάθεσης…….και γενικός αριθμός κατάθεσης …….) αγωγή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η ενάγουσα εξέθετε ότι: 1. Με βάση την από 9/5/2003 σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) που σύναψε με την εταιρεία με την επωνυμία………και τον διακριτικό τίτλο……..η τελευταία της εκχώρησε το σύνολο των υφισταμένων ή μελλοντικών επιχειρηματικών απαιτήσεων της και της ανέθεσε την είσπραξη, διαχείριση και παρακολούθηση τους, εκχώρηση την οποία η ενάγουσα αποδέχτηκε,  2. με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εκχώρηση θα αναγγέλλεται έγγραφα προς τους οφειλέτες της…… με οποιονδήποτε πρόσφορο, κατά τις συναλλαγές και την κρίση της Τράπεζας, έγγραφο τύπο,  3. στις 19/6/2003 η Τράπεζα με επιστολή της προς την εναγόμενη προέβη στην αναγγελία της εκχώρησης των απαιτήσεων της…….εναντίον της και την ενημέρωσε ότι, από τη λήψη της αναγγελίας κάθε πληρωμή απαίτησης της…….θα γίνεται, αποκλειστικά, προς την Τράπεζα,  4. η εναγομένη, μολονότι έλαβε γνώση της ανωτέρω αναγγελίας αυθημερόν, αρνείται να της καταβάλει το ποσό των 31.383,92, ευρώ, το οποίο όφειλε στην……... Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 31.383,92 ευρώ, με το νόμιμο τόκο μέχρι την εξόφληση. Η εναγομένη, με το από …….δικόγραφο της ανακοίνωσε τη δίκη στους: α) εταιρεία με την επωνυμία………β) εταιρεία με την επωνυμία……..γ)……. και δ)……..οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο δικαστήριο. Για την αγωγή αυτή εκδόθηκε η εκκαλουμένη, η οποία την έκανε δεκτή στο σύνολο της και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 31.383,92 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της πιο πάνω απόφασης, παραπονείται η ενάγουσα, επικαλούμενη εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τα, ειδικότερα, διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της έφεσης της, και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης προς το σκοπό, όπως απορριφθεί η αγωγή. Η έφεση δεν απαιτείται να στραφεί και κατά των προς ους η ανακοίνωση δίκης οι οποίοι δεν παρέστησαν και δεν κατέστησαν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη (ΑΠ 18/2008, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "Νόμος", ΕφΛαρ. 55/2007, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "Νόμος"). Από τις διατάξεις των άρθρων 445, 460 και 462 ΑΚ προκύπτει, ότι η εκχώρηση είναι αναιτιώδης, δηλαδή ανεξάρτητη από την αιτία της και το κύρος της, δεν επηρεάζεται από τα ελαττώματα της αιτίας, ούτε, επομένως, από την ιδιαίτερη σχέση εκχωρητή και εκδοχέα, από δε την αναγγελία αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του εκχωρήσαντος οφειλέτη από τον εκχωρητή και η απαίτηση που εκχωρήθηκε αποκτάται από τον αναγγείλαντα εκδοχέα, έναντι του οποίου ο οφειλέτης έχει τις ίδιες υποχρεώσεις, που είχε προς τον εκχωρητή (ΑΠ 300/2007, ΑΠ 946/2002, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "Νόμος"). Η σύμβαση «Factoring» συνάπτεται και λειτουργεί στην πράξη ως εξής: Ο ενδιαφερόμενος προμηθευτής, συνήθως επιχείρηση που πωλεί ή μεταπωλεί προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες ή εκτελεί έργα, έρχεται σε επαφή με τον πράκτορα, συνήθως ανώνυμη εταιρία θυγατρική τράπεζας ή τράπεζα, και διερευνούν μαζί τις δυνατότητες σύναψης της σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων. Ο πράκτορας εξετάζει χωριστά κάθε περίπτωση προμηθευτή, με τον οποίο πρόκειται να συμβληθεί, πριν από τη συνομολόγηση της σχετικής σύμβασης. Με την οργάνωση και την εμπειρία της αγοράς που διαθέτει, εξετάζει και εκτιμά την οικονομική κατάσταση του μελλοντικού πελάτη του (δηλαδή του προμηθευτή), τον κύκλο των πελατών του, το είδος των συναλλαγών και του εμπορίου που ασκεί, τους δανειστές και, γενικότερα, όλα εκείνα τα στοιχεία που τον βοηθούν να αποφασίσει, αν η σύναψη σύμβασης factoring με τον συγκεκριμένο πελάτη είναι συμφέρουσα και (αν ναι) ποια μορφή πρέπει να έχει. Τα ίδια ή παρόμοια νομικά και οικονομικά αποτελέσματα θα μπορούσαν να επιτευχθούν και με συνδυασμό συναλλακτικών μορφωμάτων, από αυτά που ρυθμίζονται στον Αστικό Κώδικα ή σε νόμους του εμπορικού δικαίου, όπως προεξόφληση αξιόγραφων, εκχώρηση απαιτήσεων προς είσπραξη σε συνδυασμό με προεξόφληση κ.λπ. Αντικείμενο της σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, κατά τις διατάξεις του Ν. 1905/1990, είναι απαιτήσεις του προμηθευτή έναντι πελατών του, "ιδίως από συμβάσεις πώλησης αγαθών, παροχής υπηρεσιών σε τρίτους ή εκτέλεση έργων" (άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α). Η σύμβαση factoring συνάπτεται κατά κανόνα ως ορισμένου χρόνου. Συνήθης διάρκεια είναι 24 μήνες με δυνατότητα σιωπηρής παράτασης, αν δεν υπάρξει καταγγελία εκ μέρους κάποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη, οπότε η σύμβαση καθίσταται αορίστου χρόνου. Όπως κάθε διαρκής σύμβαση η σύμβαση factoring λήγει με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου ή με καταγγελία. Ο Ν. 1905/1990, που ρυθμίζει την σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (άρθρο 1 παρ. 2), ως εκ περισσού, αναφέρει, ότι η σύμβαση αυτή είναι δυνατόν να αφορά και απαιτήσεις, οι οποίες, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, δεν έχουν ακόμη γεννηθεί, δηλαδή μελλοντικές. Λειτουργεί δε η σύμβαση αυτή με συνεχείς εκχωρήσεις απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα, που ολοκληρώνονται και αναπτύσσουν ενέργεια έναντι τρίτων με την συμφωνία εκχώρησης μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα και την αναγγελία στον οφειλέτη. Μόνο από τότε η εκχώρηση είναι πλήρης και, άρα, ο εκδοχέας μόνο από την αναγγελία αποκτά το εκχωρούμενο δικαίωμα, το οποίο, μέχρι τότε, εξακολουθεί να παραμένει στον εκχωρητή. Η αναγγελία γίνεται συνήθως, είτε με ειδική μνεία στα τιμολόγια που εκδίδει ο προμηθευτής, είτε με την αποστολή χωριστής γραπτής ανακοίνωσης από τον προμηθευτή ή τον πράκτορα προς τον πελάτη-οφειλέτη (ΑΠ 1136/2000, Ελλ.Δνη 42,1349). Εξάλλου, περιεχόμενο της αναγγελίας πρέπει να είναι ό,τι από τη σύμβαση της εκχώρησης ενδιαφέρει τον οφειλέτη και, συγκεκριμένα, αυτή η ίδια η εκχώρηση, το πρόσωπο του εκχωρητή και του εκδοχέα, η εκχωρηθείσα απαίτηση και οι όροι της εκχώρησης, όσοι ενδιαφέρουν τον οφειλέτη. Επίδοση του εκχωρητηρίου ή αντιγράφου του περιεχομένου αυτού στο έγγραφο της αναγγελίας δεν απαιτείται (βλ. και ΕρμΑΚ υπό το άρθρο 460 αριθμοί 18 και 20). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 1905/1990, απαγορεύεται η σύναψη περισσότερων συμβάσεων πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων με διαφορετικούς πράκτορες για τις ίδιες απαιτήσεις, εκτός αν οι δύο πράκτορες συνήνεσαν στη σύναψη των συμβάσεων αυτών. Εάν, λοιπόν, δεν υπάρχει συναίνεση, η δεύτερη σύμβαση factoring είναι άκυρη (άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 1905/1990 σε συνδυασμό με 174 ΑΚ), η δε ακυρότητα θα αφορά όχι μόνο τη σύμβαση factoring αλλά και τις εκχωρήσεις απαιτήσεων που συνομολογούνται στα πλαίσια αυτής. (βλ. Απ. Γεωργιάδη, Η εξασφάλιση των πιστώσεων, εκδ. 2001, σελ. 353 επ. και ιδίως 370 αρ. 65 και 66). Στην προκειμένη περίπτωση, από τη δέουσα επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της ενάγουσας που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η κατάθεση του περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, καθώς και όλα γενικά τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και εγκαλούνται οι διάδικοι, αποδεικνύονται, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Σύμφωνα με το από 9/5/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό συνήφθη, μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας με την επωνυμία……….και τον διακριτικό τίτλο…….σύμβαση με αντικείμενο την, για αόριστο χρόνο, διενέργεια πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) του προμηθευτή (………) από τον πράκτορα (ενάγουσα), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1905/1990. Με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: «Ο Προμηθευτής, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, αναθέτει στον Πράκτορα την είσπραξη, διαχείριση και παρακολούθηση του συνόλου των υφιστάμενων ή μελλοντικών επιχειρηματικών απαιτήσεων του οι οποίες προέρχονται από συμβάσεις πωλήσεως αγαθών, παροχής υπηρεσιών ή εκτελέσεως έργων, κατά των εκάστοτε πελατών του, που εδρεύουν στην ημεδαπή, και των οποίων τιμολόγια ή λίστα τιμολογίων ή/και οι αντίστοιχες μεταχρονολογημένες επιταγές έχουν παραδοθεί στον Πράκτορα (όρος 1.01). Ο Προμηθευτής υποχρεούται να γνωστοποιεί αμελλητί εγγράφως στον Πράκτορα τη σύναψη κάθε σύμβασης και να αποστέλλει στον Πράκτορα αντίγραφα των τιμολογίων ή λίστα τιμολογίων και της εν λόγω σύμβασης. Στην εν λόγω γνωστοποίηση ο Προμηθευτής θα δηλώνει υπεύθυνα το εκχωρητό της απαιτήσεως, την ημερομηνία κατά την οποία η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη, τυχόν παρασχεθείσα πίστωση ή εκπτώσεις και τους όρους αυτών και τυχόν συμφωνία περί τόκων, βεβαιώνοντας συγχρόνως τον Πράκτορα ότι έχει ήδη εκτελέσει προσηκόντως την παροχή αγαθών, έργων ή υπηρεσιών προς τον Οφειλέτη και ότι έχει ήδη αναγγείλει την εκχώρηση που προβλέπεται στο άρθρο 4, στον Οφειλέτη (1.02). Για απαιτήσεις που υπάρχουν ήδη κατά την υπογραφή της παρούσας ο Προμηθευτής υποχρεούται να προβεί στην ανωτέρω γνωστοποίηση εντός 10 ημερών από την υπογραφή της παρούσας (1.03). Με την παρούσα ο Προμηθευτής εκχωρεί στον Πράκτορα όλες τις απαιτήσεις του, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της παρούσας σύμβασης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 1. Ο Πράκτορας αποδέχεται την παρούσα, εκχώρηση. Υπό την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στο άρθρο 1 οι απαιτήσεις που υφίστανται κατά τη σύναψη της παρούσας περιέρχονται στον Πράκτορα από την υπογραφή της ενώ οι απαιτήσεις που θα γεννηθούν κατά τη διάρκεια της περιέρχονται στον Πράκτορα από το γένεση τους (2.01). Η εκχώρηση αναγγέλλεται εγγράφως στον Οφειλέτη από τον Προμηθευτή πριν από την υποβολή της γνωστοποίησης του άρθρου 1.02, με οποιονδήποτε πρόσφορο κατά τις συναλλαγές και την κρίση του Πράκτορα έγγραφο τύπο (π.χ. με επιστολή, φαξ, τέλεξ, δικαστικό επιμελητή αρκεί να αποδεικνύεται παραχρήμα (4.01). Ο Προμηθευτής υποχρεούται σε κάθε τιμολόγιο που εκδίδει να γράφει προς το σκοπό της αναγγελίας το εξής κείμενο "Η απαίτηση που προκύπτει από αυτό το τιμολόγιο έχει εκχωρηθεί στην……. η οποία είναι η μόνη που έχει το δικαίωμα να την εισπράξει και να εκδώσει εξοφλητική απόδειξη. Με την παρούσα αναγγελία εκχώρησης της απαίτησης καλείστε να εξοφλήσετε την…… κατάστημα Αθήνας, Λεωφ. ……αρ…….Αθήνα τηλ……..ή με όποιο άλλο τρόπο αυτή σας υποδείξει" (4.02). Ο Πράκτορας δύναται να προβεί ο ίδιος στην αναγγελία είτε αντί του Προμηθευτή είτε σωρευτικά με αυτόν (4.03)». Μετά τη σύναψη της πιο πάνω σύμβασης η ενάγουσα (Πράκτορας) απέστειλε στην εναγομένη (Οφειλέτρια) το, με ημερομηνία 19/6/2003, τηλεομοιοτυπικό της μήνυμα, με το οποίο της ανήγγειλε τη σύμβαση factoring που είχε συνάψει με την…….(Προμηθευτής), δυνάμει της οποίας η τελευταία της είχε εκχωρήσει, όπως επί λέξει ανέφερε στην αναγγελία. Με το ίδιο μήνυμα η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγόμενη ότι από τη λήψη της αναγγελίας αυτής, κάθε πληρωμή της αναφορικά με τις παραπάνω απαιτήσεις θα γίνεται αποκλειστικά προς την………και με τους αναφερόμενους στο έγγραφο αυτό τρόπους και της επισήμανε ότι μόνο η………έχει δικαίωμα έκδοσης εξοφλητικής απόδειξης και μόνο η προς αυτήν καταβολή οδηγεί στην εξόφληση της απαίτησης της……... Τέλος της ανέφερε ότι «από εδώ και στο εξής κάθε εκχωρημένο τιμολόγιο που θα εκδίδεται από την……..προς εσάς θα φέρει σφραγίδα όπου θα ενημερώνει για την εκχώρηση της απαίτησης». Όπως προκύπτει, όμως, από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η εναγόμενη, η…….είχε συνάψει συμβάσεις factoring και με άλλες εταιρείες. Ειδικότερα, είχε συνάψει: α) την με ημερομηνία……σύμβαση με την εταιρεία……..για την οποία, μάλιστα, και για μέρος των εκχωρηθεισών απαιτήσεων έλαβε χώρα επανεκχώρηση αυτών (βλ. την με ημερομηνία …..αναγγελία επανεκχώρησης απαιτήσεων), και β) έτερη σύμβαση με την……..η οποία, από 1/4/2002, θα είχε το δικαίωμα είσπραξης όλων των τιμολογίων της οφειλέτριας που θα ανέφεραν στο σώμα τους ότι είχαν εκχωρηθεί σ' αυτήν (βλ. την από 7/3/2002 αναγγελία της…….προς την εναγομένη). Ενόψει των παραπάνω, δηλαδή της ύπαρξης περισσότερων του ενός πρακτόρων στους οποίους η…….είχε εκχωρήσει απαιτήσεις της εναντίον της εναγομένης, καθίσταται σαφές ότι η τελευταία έπρεπε να γνωρίζει ποιες ακριβώς απαιτήσεις είχαν εκχωρηθεί σε κάθε πράκτορα, ώστε να είναι βέβαιο ότι με την καταβολή προς αυτόν θα ελευθερώνεται. Τούτο, άλλωστε, δηλαδή η αναγραφή στο εκδιδόμενο τιμολόγιο της ταυτότητας του πράκτορα στον οποίο η συγκεκριμένη απαίτηση έχει εκχωρηθεί, ρητά αναφέρεται τόσο στην από 9/5/2003 σύμβαση πρακτορείας ως υποχρέωση της…….όσο και στην αναγγελία της ενάγουσας προς την εναγομένη όπου, όπως ήδη αναφέρθηκε, ρητά της επισήμανε, ότι «κάθε εκχωρημένο τιμολόγιο που θα εκδίδεται από την……..προς εσάς θα φέρει σφραγίδα όπου θα ενημερώνει για την εκχώρηση της απαίτησης». Ωστόσο η ενάγουσα, πέρα από τη γενική αναφορά που υπήρχε στην αναγγελία της προς την εναγομένη, ότι της είχε εκχωρηθεί «κάθε απαίτηση της από πωλήσεις αγαθών προς την εταιρεία σας», δεν αποδείχθηκε ότι ενημέρωσε την εναγόμενη, με οποιοδήποτε τρόπο, για το ποια ακριβώς τιμολόγια είχαν εκχωρηθεί και όφειλε να εξοφλήσει προς αυτήν ούτε και προσκόμισε το τιμολόγιο (ή τιμολόγια) από το οποίο γεννήθηκε η διεκδικούμενη απαίτηση της, ώστε να διαπιστωθεί αν υπήρχε επ' αυτού ενημέρωση της εναγόμενης για τον εκδοχέα της απαίτησης. Το βάρος αυτό απόδειξης έφερε η ενάγουσα μετά την άρνηση της εναγομένης ότι ενημερώθηκε, με οποιονδήποτε τρόπο από τον πράκτορα ή τον προμηθευτή, για την υποχρέωση της να εξοφλήσει την επίδικη απαίτηση στην ενάγουσα, σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό της ότι υπήρχαν περισσότεροι του ενός πρακτόρων, ισχυρισμός ο οποίος αποδείχθηκε και ουσιαστικά βάσιμος, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει σε ποιον ακριβώς όφειλε να καταβάλει. Πολύ δε περισσότερο που, μετά την αναγγελία της εκχώρησης, η εναγόμενη προέβη σε εξόφληση τιμολογίων προς την ίδια τη……όπως προκύπτει από τις με ημερομηνία……., …….., …….και …..αποδείξεις ποσού 65.000 ευρώ, 9.500 ευρώ, 55.000 ευρώ και 35.000 ευρώ, αντίστοιχα. Η ενάγουσα ισχυρίζεται, βέβαια, ότι οι καταβολές αυτές, τις οποίες δεν αμφισβητεί, έγιναν προς την……μετά από σχετική εξουσιοδότηση που είχε παράσχει προς τον υπάλληλο της …… την οποία και ανακάλεσε στις 12/12/2003, ανάκληση την οποία κοινοποίησε και προς την εναγόμενη. Ωστόσο η ανάκληση αυτή, η οποία πράγματι κοινοποιήθηκε στην εναγομένη, αναφέρει απλώς ότι η ενάγουσα ανακαλεί την εξουσιοδότηση προς τον ανωτέρω υπάλληλο της……., χωρίς καμία άλλη διευκρίνιση για το περιεχόμενο της εξουσιοδότησης, η οποία, όμως, (εξουσιοδότηση) από ουδέν αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε ότι είχε κοινοποιηθεί στην εναγομένη ή ότι είχε περιέλθει, καθ' οιανδήποτε τρόπο, σε γνώση της. Επομένως, από την ανάκληση αυτή και μόνο, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα, όπως υποστηρίζει η ενάγουσα, ότι η εναγομένη, όταν κατέβαλε προς την…….γνώριζε την ύπαρξη της εξουσιοδότησης και, κατά συνέπεια, γνώριζε ότι κατέβαλε προς την ενάγουσα δεδομένου, μάλιστα, ότι οι παραπάνω, μη αμφισβητούμενες, καταβολές έγιναν σε άλλους υπαλλήλους της…… και όχι στον προαναφερθέντα εξουσιοδοτημένο υπάλληλο. Είναι, συνεπώς, απολύτως λογικό να μη γνωρίζει η εναγομένη σε ποιον όφειλε να καταβάλει το αιτούμενο ποσό, με αποτέλεσμα όταν τρίτοι, δανειστές της ……..κατάσχεσαν στα χέρια της, ως τρίτης, το χρεωστικό κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού που είχε με την…….(συγκεκριμένα η εταιρεία……επέβαλε κατάσχεση την 1/3/2004 για ποσό 27.466,58 ευρώ, η εταιρεία…….στις 30/3/2004 για ποσό 9.384 ευρώ και ο…….στις 24/6/2004 για ποσό 39.915,18 ευρώ), να σπεύσει να προβεί, όπως είχε νόμιμη υποχρέωση, σε αντίστοιχες δηλώσεις τρίτου στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, όπου δήλωσε ότι είχε στα χέρια της το ποσό των 31.383,92 ευρώ, το οποίο και παρακατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Για το ποσό αυτό, μάλιστα, έχει ήδη συνταχθεί ο με αριθμό …….«Πίνακας Κατάταξης και Διανομής χρηματικού ποσού κατασχεθέντος εις χείρας τρίτου», της συμβολαιογράφου Αθηνών……και ως μοναδικός δικαιούχος κατατάχθηκε η εταιρεία……. η οποία και το εισέπραξε. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα προαναφερθέντα, και εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι το αιτούμενο από την ενάγουσα ποσό προέρχεται από εκχωρηθέν προς αυτήν τιμολόγιο ούτε, βέβαια, ότι η ενάγουσα είχε αναγγείλει στην εναγομένη με σαφή και ορισμένο τρόπο τη συγκεκριμένη απαίτηση, η τελευταία δεν ευθύνεται απέναντι στην ενάγουσα για την καταβολή του παραπάνω ποσού. Έσφαλε, συνεπώς, η εκκαλουμένη, η οποία δέχτηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 31.383,92 ευρώ, για αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης και κατ ακολουθία και αυτή η ίδια η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη. Στη συνέχεια, αφού κρατήσει την υπόθεση το παρόν δικαστήριο και δικάσει την αγωγή στην ουσία της, πρέπει να την απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η δικαστική δαπάνη της εκκαλούσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, θα πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εφεσίβλητης, αφού αυτή χάνει τη δίκη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ).

 




                                                      Copyright © 2009 cicero.gr All Rights Reserved