Νομολογία - Σελίδα 5 PDF Εκτύπωση E-mail
Ευρετήριο Άρθρων
Νομολογία
Page 2
Page 3
Page 4
Page 5
Όλες οι σελίδες

 

Αντικείμενο της σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring).


ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   5318/2009

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Αντικείμενο της σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων είναι απαιτήσεις του προμηθευτή έναντι πελατών του, ιδίως από συμβάσεις πώλησης αγαθών, παροχής υπηρεσιών σε τρίτους, ή εκτέλεση έργων.

Η σύμβαση factoring συνάπτεται κατά κανόνα ως ορισμένου χρόνου. Συνήθης διάρκεια είναι 24 μήνες, με δυνατότητα σιωπηρής παράτασης.

Αν δεν υπάρξει καταγγελία εκ μέρους κάποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη η σύμβαση καθίσταται αορίστου χρόνου. Όπως κάθε διαρκής σύμβαση, η σύμβαση factoring λήγει με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, ή με καταγγελία.

Η σύμβαση λειτουργεί με συνεχείς εκχωρήσεις απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα, που ολοκληρώνονται και αναπτύσσουν ενέργεια έναντι τρίτων με την συμφωνία εκχώρησης μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα και την αναγγελία στον οφειλέτη. Μόνο από τότε η εκχώρηση είναι πλήρης και άρα ο εκδοχέας μόνο από την αναγγελία αποκτά το εκχωρούμενο δικαίωμα, το οποίο, μέχρι τότε, εξακολουθεί να παραμένει στον εκχωρητή.

Η αναγγελία γίνεται συνήθως, είτε με ειδική μνεία στα τιμολόγια που εκδίδει ο προμηθευτής, είτε με την αποστολή χωριστής γραπτής ανακοίνωσης από τον προμηθευτή, ή τον πράκτορα προς τον πελάτη-οφειλέτη.

Η αναγγελία πρέπει να περιέχει, ότι από τη σύμβαση της εκχώρησης ενδιαφέρει τον οφειλέτη. Συγκεκριμένα αυτήν την ίδια την εκχώρηση, το πρόσωπο του εκχωρητή και του εκδοχέα, την εκχωρηθείσα απαίτηση και τους όρους της εκχώρησης, που ενδιαφέρουν τον οφειλέτη.

Απαγορεύεται η σύναψη περισσότερων συμβάσεων πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων με διαφορετικούς πράκτορες για τις ίδιες απαιτήσεις, εκτός αν οι δύο πράκτορες συνήνεσαν στη σύναψη των συμβάσεων αυτών. Εάν δεν υπάρχει συναίνεση η δεύτερη σύμβαση είναι άκυρη, η δε ακυρότητα αφορά όχι μόνο τη σύμβαση factoring, αλλά και τις εκχωρήσεις των απαιτήσεων, που συνομολογούνται στα πλαίσια αυτής.


ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ   5318/2009

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Γεράσιμο Φουρλάνο, Πρόεδρο Εφετών, Μαρία Γκανιάτσου και Μαρία Ανδρικοπούλου-Εισηγήτρια, Εφέτες και από την Γραμματέα Ιωάννα Ξανθάκη. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 9 Απριλίου 2009 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, με την από 24/4/2005 αγωγή της ΚΑΤΑ της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό (αριθ. κατάθ……..και γεν. αριθ. κατάθ……), ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτή. Η ανακοινώνουσα τη δίκη (εναγόμενη) και ήδη εκκαλούσα, με την από ….ανακοίνωση δίκης προς τους Ι)…….2)……3)…….και 4)…….προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό  κατάθ. …..και γεν. αριθ. κατάθ…… ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτή. Το παραπάνω Δικαστήριο αφού συνεκδίκασε την ως άνω αγωγή με την ανακοίνωση δίκης - ερήμην των προς ους η κοινοποίηση- εξέδωσε την υπ' αριθμ……οριστική απόφαση του με την οποία δέχτηκε την αγωγή. Κατά της ανωτέρω απόφασης παραπονείται η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα με την από……και με αριθμό κατάθεσης……κρινόμενη έφεση της προς το Δικαστήριο αυτό. Η συζήτηση της έφεσης προσδιορίστηκε για την παρούσα δικάσιμο. Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατέθεσαν τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δηλώσεις τους κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη έφεση κατά της με αριθμό……οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εναγομένη στις…..(βλ. την με αριθμό……έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά…….) και η κρινόμενη έφεση ασκήθηκε στις…... Εφόσον, λοιπόν, παραδεκτά και νομότυπα φέρεται προς συζήτηση στο παρόν δικαστήριο (άρθρα 19, 495 επ., 511, 513 § 1, 516 § 1, 517, 518 Κ.Πολ.Δ.), θα πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια όπως πιο πάνω, διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Με την από …….(αριθμός κατάθεσης…….και γενικός αριθμός κατάθεσης …….) αγωγή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η ενάγουσα εξέθετε ότι: 1. Με βάση την από 9/5/2003 σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) που σύναψε με την εταιρεία με την επωνυμία………και τον διακριτικό τίτλο……..η τελευταία της εκχώρησε το σύνολο των υφισταμένων ή μελλοντικών επιχειρηματικών απαιτήσεων της και της ανέθεσε την είσπραξη, διαχείριση και παρακολούθηση τους, εκχώρηση την οποία η ενάγουσα αποδέχτηκε,  2. με την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η εκχώρηση θα αναγγέλλεται έγγραφα προς τους οφειλέτες της…… με οποιονδήποτε πρόσφορο, κατά τις συναλλαγές και την κρίση της Τράπεζας, έγγραφο τύπο,  3. στις 19/6/2003 η Τράπεζα με επιστολή της προς την εναγόμενη προέβη στην αναγγελία της εκχώρησης των απαιτήσεων της…….εναντίον της και την ενημέρωσε ότι, από τη λήψη της αναγγελίας κάθε πληρωμή απαίτησης της…….θα γίνεται, αποκλειστικά, προς την Τράπεζα,  4. η εναγομένη, μολονότι έλαβε γνώση της ανωτέρω αναγγελίας αυθημερόν, αρνείται να της καταβάλει το ποσό των 31.383,92, ευρώ, το οποίο όφειλε στην……... Με βάση τα περιστατικά αυτά, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 31.383,92 ευρώ, με το νόμιμο τόκο μέχρι την εξόφληση. Η εναγομένη, με το από …….δικόγραφο της ανακοίνωσε τη δίκη στους: α) εταιρεία με την επωνυμία………β) εταιρεία με την επωνυμία……..γ)……. και δ)……..οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο δικαστήριο. Για την αγωγή αυτή εκδόθηκε η εκκαλουμένη, η οποία την έκανε δεκτή στο σύνολο της και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 31.383,92 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Κατά της πιο πάνω απόφασης, παραπονείται η ενάγουσα, επικαλούμενη εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τα, ειδικότερα, διαλαμβανόμενα στο δικόγραφο της έφεσης της, και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης προς το σκοπό, όπως απορριφθεί η αγωγή. Η έφεση δεν απαιτείται να στραφεί και κατά των προς ους η ανακοίνωση δίκης οι οποίοι δεν παρέστησαν και δεν κατέστησαν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη (ΑΠ 18/2008, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "Νόμος", ΕφΛαρ. 55/2007, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "Νόμος"). Από τις διατάξεις των άρθρων 445, 460 και 462 ΑΚ προκύπτει, ότι η εκχώρηση είναι αναιτιώδης, δηλαδή ανεξάρτητη από την αιτία της και το κύρος της, δεν επηρεάζεται από τα ελαττώματα της αιτίας, ούτε, επομένως, από την ιδιαίτερη σχέση εκχωρητή και εκδοχέα, από δε την αναγγελία αποκόπτεται οριστικά κάθε δεσμός του εκχωρήσαντος οφειλέτη από τον εκχωρητή και η απαίτηση που εκχωρήθηκε αποκτάται από τον αναγγείλαντα εκδοχέα, έναντι του οποίου ο οφειλέτης έχει τις ίδιες υποχρεώσεις, που είχε προς τον εκχωρητή (ΑΠ 300/2007, ΑΠ 946/2002, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών "Νόμος"). Η σύμβαση «Factoring» συνάπτεται και λειτουργεί στην πράξη ως εξής: Ο ενδιαφερόμενος προμηθευτής, συνήθως επιχείρηση που πωλεί ή μεταπωλεί προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες ή εκτελεί έργα, έρχεται σε επαφή με τον πράκτορα, συνήθως ανώνυμη εταιρία θυγατρική τράπεζας ή τράπεζα, και διερευνούν μαζί τις δυνατότητες σύναψης της σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων. Ο πράκτορας εξετάζει χωριστά κάθε περίπτωση προμηθευτή, με τον οποίο πρόκειται να συμβληθεί, πριν από τη συνομολόγηση της σχετικής σύμβασης. Με την οργάνωση και την εμπειρία της αγοράς που διαθέτει, εξετάζει και εκτιμά την οικονομική κατάσταση του μελλοντικού πελάτη του (δηλαδή του προμηθευτή), τον κύκλο των πελατών του, το είδος των συναλλαγών και του εμπορίου που ασκεί, τους δανειστές και, γενικότερα, όλα εκείνα τα στοιχεία που τον βοηθούν να αποφασίσει, αν η σύναψη σύμβασης factoring με τον συγκεκριμένο πελάτη είναι συμφέρουσα και (αν ναι) ποια μορφή πρέπει να έχει. Τα ίδια ή παρόμοια νομικά και οικονομικά αποτελέσματα θα μπορούσαν να επιτευχθούν και με συνδυασμό συναλλακτικών μορφωμάτων, από αυτά που ρυθμίζονται στον Αστικό Κώδικα ή σε νόμους του εμπορικού δικαίου, όπως προεξόφληση αξιόγραφων, εκχώρηση απαιτήσεων προς είσπραξη σε συνδυασμό με προεξόφληση κ.λπ. Αντικείμενο της σύμβασης πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων, κατά τις διατάξεις του Ν. 1905/1990, είναι απαιτήσεις του προμηθευτή έναντι πελατών του, "ιδίως από συμβάσεις πώλησης αγαθών, παροχής υπηρεσιών σε τρίτους ή εκτέλεση έργων" (άρθρο 1 παρ. 1 εδ. α). Η σύμβαση factoring συνάπτεται κατά κανόνα ως ορισμένου χρόνου. Συνήθης διάρκεια είναι 24 μήνες με δυνατότητα σιωπηρής παράτασης, αν δεν υπάρξει καταγγελία εκ μέρους κάποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη, οπότε η σύμβαση καθίσταται αορίστου χρόνου. Όπως κάθε διαρκής σύμβαση η σύμβαση factoring λήγει με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου ή με καταγγελία. Ο Ν. 1905/1990, που ρυθμίζει την σύμβαση πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (άρθρο 1 παρ. 2), ως εκ περισσού, αναφέρει, ότι η σύμβαση αυτή είναι δυνατόν να αφορά και απαιτήσεις, οι οποίες, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, δεν έχουν ακόμη γεννηθεί, δηλαδή μελλοντικές. Λειτουργεί δε η σύμβαση αυτή με συνεχείς εκχωρήσεις απαιτήσεων του προμηθευτή προς τον πράκτορα, που ολοκληρώνονται και αναπτύσσουν ενέργεια έναντι τρίτων με την συμφωνία εκχώρησης μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα και την αναγγελία στον οφειλέτη. Μόνο από τότε η εκχώρηση είναι πλήρης και, άρα, ο εκδοχέας μόνο από την αναγγελία αποκτά το εκχωρούμενο δικαίωμα, το οποίο, μέχρι τότε, εξακολουθεί να παραμένει στον εκχωρητή. Η αναγγελία γίνεται συνήθως, είτε με ειδική μνεία στα τιμολόγια που εκδίδει ο προμηθευτής, είτε με την αποστολή χωριστής γραπτής ανακοίνωσης από τον προμηθευτή ή τον πράκτορα προς τον πελάτη-οφειλέτη (ΑΠ 1136/2000, Ελλ.Δνη 42,1349). Εξάλλου, περιεχόμενο της αναγγελίας πρέπει να είναι ό,τι από τη σύμβαση της εκχώρησης ενδιαφέρει τον οφειλέτη και, συγκεκριμένα, αυτή η ίδια η εκχώρηση, το πρόσωπο του εκχωρητή και του εκδοχέα, η εκχωρηθείσα απαίτηση και οι όροι της εκχώρησης, όσοι ενδιαφέρουν τον οφειλέτη. Επίδοση του εκχωρητηρίου ή αντιγράφου του περιεχομένου αυτού στο έγγραφο της αναγγελίας δεν απαιτείται (βλ. και ΕρμΑΚ υπό το άρθρο 460 αριθμοί 18 και 20). Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 1905/1990, απαγορεύεται η σύναψη περισσότερων συμβάσεων πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων με διαφορετικούς πράκτορες για τις ίδιες απαιτήσεις, εκτός αν οι δύο πράκτορες συνήνεσαν στη σύναψη των συμβάσεων αυτών. Εάν, λοιπόν, δεν υπάρχει συναίνεση, η δεύτερη σύμβαση factoring είναι άκυρη (άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 1905/1990 σε συνδυασμό με 174 ΑΚ), η δε ακυρότητα θα αφορά όχι μόνο τη σύμβαση factoring αλλά και τις εκχωρήσεις απαιτήσεων που συνομολογούνται στα πλαίσια αυτής. (βλ. Απ. Γεωργιάδη, Η εξασφάλιση των πιστώσεων, εκδ. 2001, σελ. 353 επ. και ιδίως 370 αρ. 65 και 66). Στην προκειμένη περίπτωση, από τη δέουσα επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα της ενάγουσας που εξετάστηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και η κατάθεση του περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, καθώς και όλα γενικά τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και εγκαλούνται οι διάδικοι, αποδεικνύονται, κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Σύμφωνα με το από 9/5/2003 ιδιωτικό συμφωνητικό συνήφθη, μεταξύ της ενάγουσας και της εταιρείας με την επωνυμία……….και τον διακριτικό τίτλο…….σύμβαση με αντικείμενο την, για αόριστο χρόνο, διενέργεια πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) του προμηθευτή (………) από τον πράκτορα (ενάγουσα), σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1905/1990. Με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: «Ο Προμηθευτής, κατά τη διάρκεια της σύμβασης, αναθέτει στον Πράκτορα την είσπραξη, διαχείριση και παρακολούθηση του συνόλου των υφιστάμενων ή μελλοντικών επιχειρηματικών απαιτήσεων του οι οποίες προέρχονται από συμβάσεις πωλήσεως αγαθών, παροχής υπηρεσιών ή εκτελέσεως έργων, κατά των εκάστοτε πελατών του, που εδρεύουν στην ημεδαπή, και των οποίων τιμολόγια ή λίστα τιμολογίων ή/και οι αντίστοιχες μεταχρονολογημένες επιταγές έχουν παραδοθεί στον Πράκτορα (όρος 1.01). Ο Προμηθευτής υποχρεούται να γνωστοποιεί αμελλητί εγγράφως στον Πράκτορα τη σύναψη κάθε σύμβασης και να αποστέλλει στον Πράκτορα αντίγραφα των τιμολογίων ή λίστα τιμολογίων και της εν λόγω σύμβασης. Στην εν λόγω γνωστοποίηση ο Προμηθευτής θα δηλώνει υπεύθυνα το εκχωρητό της απαιτήσεως, την ημερομηνία κατά την οποία η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη, τυχόν παρασχεθείσα πίστωση ή εκπτώσεις και τους όρους αυτών και τυχόν συμφωνία περί τόκων, βεβαιώνοντας συγχρόνως τον Πράκτορα ότι έχει ήδη εκτελέσει προσηκόντως την παροχή αγαθών, έργων ή υπηρεσιών προς τον Οφειλέτη και ότι έχει ήδη αναγγείλει την εκχώρηση που προβλέπεται στο άρθρο 4, στον Οφειλέτη (1.02). Για απαιτήσεις που υπάρχουν ήδη κατά την υπογραφή της παρούσας ο Προμηθευτής υποχρεούται να προβεί στην ανωτέρω γνωστοποίηση εντός 10 ημερών από την υπογραφή της παρούσας (1.03). Με την παρούσα ο Προμηθευτής εκχωρεί στον Πράκτορα όλες τις απαιτήσεις του, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της παρούσας σύμβασης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 1. Ο Πράκτορας αποδέχεται την παρούσα, εκχώρηση. Υπό την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στο άρθρο 1 οι απαιτήσεις που υφίστανται κατά τη σύναψη της παρούσας περιέρχονται στον Πράκτορα από την υπογραφή της ενώ οι απαιτήσεις που θα γεννηθούν κατά τη διάρκεια της περιέρχονται στον Πράκτορα από το γένεση τους (2.01). Η εκχώρηση αναγγέλλεται εγγράφως στον Οφειλέτη από τον Προμηθευτή πριν από την υποβολή της γνωστοποίησης του άρθρου 1.02, με οποιονδήποτε πρόσφορο κατά τις συναλλαγές και την κρίση του Πράκτορα έγγραφο τύπο (π.χ. με επιστολή, φαξ, τέλεξ, δικαστικό επιμελητή αρκεί να αποδεικνύεται παραχρήμα (4.01). Ο Προμηθευτής υποχρεούται σε κάθε τιμολόγιο που εκδίδει να γράφει προς το σκοπό της αναγγελίας το εξής κείμενο "Η απαίτηση που προκύπτει από αυτό το τιμολόγιο έχει εκχωρηθεί στην……. η οποία είναι η μόνη που έχει το δικαίωμα να την εισπράξει και να εκδώσει εξοφλητική απόδειξη. Με την παρούσα αναγγελία εκχώρησης της απαίτησης καλείστε να εξοφλήσετε την…… κατάστημα Αθήνας, Λεωφ. ……αρ…….Αθήνα τηλ……..ή με όποιο άλλο τρόπο αυτή σας υποδείξει" (4.02). Ο Πράκτορας δύναται να προβεί ο ίδιος στην αναγγελία είτε αντί του Προμηθευτή είτε σωρευτικά με αυτόν (4.03)». Μετά τη σύναψη της πιο πάνω σύμβασης η ενάγουσα (Πράκτορας) απέστειλε στην εναγομένη (Οφειλέτρια) το, με ημερομηνία 19/6/2003, τηλεομοιοτυπικό της μήνυμα, με το οποίο της ανήγγειλε τη σύμβαση factoring που είχε συνάψει με την…….(Προμηθευτής), δυνάμει της οποίας η τελευταία της είχε εκχωρήσει, όπως επί λέξει ανέφερε στην αναγγελία. Με το ίδιο μήνυμα η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγόμενη ότι από τη λήψη της αναγγελίας αυτής, κάθε πληρωμή της αναφορικά με τις παραπάνω απαιτήσεις θα γίνεται αποκλειστικά προς την………και με τους αναφερόμενους στο έγγραφο αυτό τρόπους και της επισήμανε ότι μόνο η………έχει δικαίωμα έκδοσης εξοφλητικής απόδειξης και μόνο η προς αυτήν καταβολή οδηγεί στην εξόφληση της απαίτησης της……... Τέλος της ανέφερε ότι «από εδώ και στο εξής κάθε εκχωρημένο τιμολόγιο που θα εκδίδεται από την……..προς εσάς θα φέρει σφραγίδα όπου θα ενημερώνει για την εκχώρηση της απαίτησης». Όπως προκύπτει, όμως, από τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται η εναγόμενη, η…….είχε συνάψει συμβάσεις factoring και με άλλες εταιρείες. Ειδικότερα, είχε συνάψει: α) την με ημερομηνία……σύμβαση με την εταιρεία……..για την οποία, μάλιστα, και για μέρος των εκχωρηθεισών απαιτήσεων έλαβε χώρα επανεκχώρηση αυτών (βλ. την με ημερομηνία …..αναγγελία επανεκχώρησης απαιτήσεων), και β) έτερη σύμβαση με την……..η οποία, από 1/4/2002, θα είχε το δικαίωμα είσπραξης όλων των τιμολογίων της οφειλέτριας που θα ανέφεραν στο σώμα τους ότι είχαν εκχωρηθεί σ' αυτήν (βλ. την από 7/3/2002 αναγγελία της…….προς την εναγομένη). Ενόψει των παραπάνω, δηλαδή της ύπαρξης περισσότερων του ενός πρακτόρων στους οποίους η…….είχε εκχωρήσει απαιτήσεις της εναντίον της εναγομένης, καθίσταται σαφές ότι η τελευταία έπρεπε να γνωρίζει ποιες ακριβώς απαιτήσεις είχαν εκχωρηθεί σε κάθε πράκτορα, ώστε να είναι βέβαιο ότι με την καταβολή προς αυτόν θα ελευθερώνεται. Τούτο, άλλωστε, δηλαδή η αναγραφή στο εκδιδόμενο τιμολόγιο της ταυτότητας του πράκτορα στον οποίο η συγκεκριμένη απαίτηση έχει εκχωρηθεί, ρητά αναφέρεται τόσο στην από 9/5/2003 σύμβαση πρακτορείας ως υποχρέωση της…….όσο και στην αναγγελία της ενάγουσας προς την εναγομένη όπου, όπως ήδη αναφέρθηκε, ρητά της επισήμανε, ότι «κάθε εκχωρημένο τιμολόγιο που θα εκδίδεται από την……..προς εσάς θα φέρει σφραγίδα όπου θα ενημερώνει για την εκχώρηση της απαίτησης». Ωστόσο η ενάγουσα, πέρα από τη γενική αναφορά που υπήρχε στην αναγγελία της προς την εναγομένη, ότι της είχε εκχωρηθεί «κάθε απαίτηση της από πωλήσεις αγαθών προς την εταιρεία σας», δεν αποδείχθηκε ότι ενημέρωσε την εναγόμενη, με οποιοδήποτε τρόπο, για το ποια ακριβώς τιμολόγια είχαν εκχωρηθεί και όφειλε να εξοφλήσει προς αυτήν ούτε και προσκόμισε το τιμολόγιο (ή τιμολόγια) από το οποίο γεννήθηκε η διεκδικούμενη απαίτηση της, ώστε να διαπιστωθεί αν υπήρχε επ' αυτού ενημέρωση της εναγόμενης για τον εκδοχέα της απαίτησης. Το βάρος αυτό απόδειξης έφερε η ενάγουσα μετά την άρνηση της εναγομένης ότι ενημερώθηκε, με οποιονδήποτε τρόπο από τον πράκτορα ή τον προμηθευτή, για την υποχρέωση της να εξοφλήσει την επίδικη απαίτηση στην ενάγουσα, σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό της ότι υπήρχαν περισσότεροι του ενός πρακτόρων, ισχυρισμός ο οποίος αποδείχθηκε και ουσιαστικά βάσιμος, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει σε ποιον ακριβώς όφειλε να καταβάλει. Πολύ δε περισσότερο που, μετά την αναγγελία της εκχώρησης, η εναγόμενη προέβη σε εξόφληση τιμολογίων προς την ίδια τη……όπως προκύπτει από τις με ημερομηνία……., …….., …….και …..αποδείξεις ποσού 65.000 ευρώ, 9.500 ευρώ, 55.000 ευρώ και 35.000 ευρώ, αντίστοιχα. Η ενάγουσα ισχυρίζεται, βέβαια, ότι οι καταβολές αυτές, τις οποίες δεν αμφισβητεί, έγιναν προς την……μετά από σχετική εξουσιοδότηση που είχε παράσχει προς τον υπάλληλο της …… την οποία και ανακάλεσε στις 12/12/2003, ανάκληση την οποία κοινοποίησε και προς την εναγόμενη. Ωστόσο η ανάκληση αυτή, η οποία πράγματι κοινοποιήθηκε στην εναγομένη, αναφέρει απλώς ότι η ενάγουσα ανακαλεί την εξουσιοδότηση προς τον ανωτέρω υπάλληλο της……., χωρίς καμία άλλη διευκρίνιση για το περιεχόμενο της εξουσιοδότησης, η οποία, όμως, (εξουσιοδότηση) από ουδέν αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε ότι είχε κοινοποιηθεί στην εναγομένη ή ότι είχε περιέλθει, καθ' οιανδήποτε τρόπο, σε γνώση της. Επομένως, από την ανάκληση αυτή και μόνο, δεν μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα, όπως υποστηρίζει η ενάγουσα, ότι η εναγομένη, όταν κατέβαλε προς την…….γνώριζε την ύπαρξη της εξουσιοδότησης και, κατά συνέπεια, γνώριζε ότι κατέβαλε προς την ενάγουσα δεδομένου, μάλιστα, ότι οι παραπάνω, μη αμφισβητούμενες, καταβολές έγιναν σε άλλους υπαλλήλους της…… και όχι στον προαναφερθέντα εξουσιοδοτημένο υπάλληλο. Είναι, συνεπώς, απολύτως λογικό να μη γνωρίζει η εναγομένη σε ποιον όφειλε να καταβάλει το αιτούμενο ποσό, με αποτέλεσμα όταν τρίτοι, δανειστές της ……..κατάσχεσαν στα χέρια της, ως τρίτης, το χρεωστικό κατάλοιπο του αλληλόχρεου λογαριασμού που είχε με την…….(συγκεκριμένα η εταιρεία……επέβαλε κατάσχεση την 1/3/2004 για ποσό 27.466,58 ευρώ, η εταιρεία…….στις 30/3/2004 για ποσό 9.384 ευρώ και ο…….στις 24/6/2004 για ποσό 39.915,18 ευρώ), να σπεύσει να προβεί, όπως είχε νόμιμη υποχρέωση, σε αντίστοιχες δηλώσεις τρίτου στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, όπου δήλωσε ότι είχε στα χέρια της το ποσό των 31.383,92 ευρώ, το οποίο και παρακατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Για το ποσό αυτό, μάλιστα, έχει ήδη συνταχθεί ο με αριθμό …….«Πίνακας Κατάταξης και Διανομής χρηματικού ποσού κατασχεθέντος εις χείρας τρίτου», της συμβολαιογράφου Αθηνών……και ως μοναδικός δικαιούχος κατατάχθηκε η εταιρεία……. η οποία και το εισέπραξε. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα προαναφερθέντα, και εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι το αιτούμενο από την ενάγουσα ποσό προέρχεται από εκχωρηθέν προς αυτήν τιμολόγιο ούτε, βέβαια, ότι η ενάγουσα είχε αναγγείλει στην εναγομένη με σαφή και ορισμένο τρόπο τη συγκεκριμένη απαίτηση, η τελευταία δεν ευθύνεται απέναντι στην ενάγουσα για την καταβολή του παραπάνω ποσού. Έσφαλε, συνεπώς, η εκκαλουμένη, η οποία δέχτηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 31.383,92 ευρώ, για αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης και κατ ακολουθία και αυτή η ίδια η έφεση και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη. Στη συνέχεια, αφού κρατήσει την υπόθεση το παρόν δικαστήριο και δικάσει την αγωγή στην ουσία της, πρέπει να την απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η δικαστική δαπάνη της εκκαλούσας, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, θα πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εφεσίβλητης, αφού αυτή χάνει τη δίκη, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 106, 176 και 183 ΚΠολΔ).



 




                                                      Copyright © 2009 cicero.gr All Rights Reserved